05302017Τρι
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Κρητική Μοουσική

Η παπαδιώ τση Σκεπαστής και Το μαντιναδοπούλι

 
Συνεργασία με το cretan music
Γράφει ο Κώστας Βασιλάκης και ο Θοδωρής Ρηγινιώτης
 
Η παπαδιώ τση Σκεπαστής και  Το μαντιναδοπούλι
Κωστή Βενιανάκη Ρέθυμνο 2005,
εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, τηλ. 2831026880
 Ο Κωστής Βενιανάκης, καταξιωμένος λαϊκός ποιητής (μαντιναδολόγος) στη ρεθεμνιώτικη κοινωνία και γνήσιος εκφραστής της σύγχρονης κρητικής λαϊκής ποίησης, είναι μέλος του Συλλόγου Κρητών Στιχουργών "Μιχάλης Καυκαλάς" και Το Μαντιναδοπούλι – Η παπαδιώ τση Σκεπαστής είναι το τρίτο βιβλίο του.
Την επιμέλεια της έκδοσης έχει κάνει ο συνεργάτης μας Θεόδωρος Ρηγινιώτης, θεολόγος και συγγραφέας, ερευνητής της κρητικής μουσικής και ποιητικής παράδοσης και ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Κρητών Στιχουργών "Μιχάλης Καυκαλάς", ενώ τα γραφικά ο γραφίστας Στέλιος Καλογεράκης.
 
 Η Παπαδιώ τση Σκεπαστής παρουσιάζει, σε μορφή κρητικού λαϊκού έπους (ρίμας), την ιστορία της νεαρής παπαδιάς του χωριού Σκεπαστή Μυλοποτάμου Ρεθύμνης, που αιχμαλωτίστηκε από σαρακηνούς πειρατές το 1572, πουλήθηκε σκλάβα και ο ιερέας σύζυγός της την αναζήτησε με αγωνία στα λιμάνια και τα σκλαβοπάζαρα της ανατολής επί εικοσιοκτώ χρόνια.
Επιλέγουμε δύο μικρά αποσπάσματα:
 
 …Θάλασσα, θαλασσάκι μου, θαλασσινά πουλιά μου,
απού πετάτε, πέστε μου, πού κείτεται η κερά μου;
Κύμα μικιό, κύμα μακρέ, κύμα ξαγριγιεμένο,
μέρωσε μπλιο, για δεν μπορώ άλλο να περιμένω!
Νερό γλυκιό, νερό πρικιό, νερό που δεν τελειώνει,
πέφτει καυτό το δάκρυ μου κι η θάλασσα θολώνει!
Χριστέ μου κι ’γη-Αντώνη μου και ’γιε μου Νικόλα,
είναι η ψυχή μου ασπάλαθος απού ’τονε μια βγιόλα.
Χριστέ και Παναγία μου, που μάσε νιώθεις ούλους,
δώσε μου μάθια να θωρώ απ’ τ’ ουρανού τσι Τρούλους! …
’στρα μου κι αστεράκια μου, μικιά μου διαμαντάκια,
που μού ’λεγενε η μάνα μου πως είσαστε ματάκια,
αν τήνε δείτε στο ντουνιά, σας το γυρεύγω χάρη,
να μου το μηνυτέψετε πού κείτουνται οι κουρσάροι,
για να κινήσω τσ’ ουρανούς και θάλασσες και δάση
να μην αφήσω πέρασμα κουρσάρου να περάσει! …
 ***
Και ρώτα ρώτα-ν-ο παπάς, αλλάξαν τα σεφέρια,
γυρεύγει σκλαβοπάζαρα και πειρατώ λημέρια.
Γλακά ο χρόνος σα νερό που τρέχει ο καταπότης
και φθείρει ό,τι ’ναι τρυφερό και τον αθό τση νιότης.
Γλακά και φεύγει σιγανά, με τ’ αεργιού τη ρότα,
και δεν αφήνει οπίσω ντου πράμα όπως ήτον πρώτα.
Σε ούλα τα παράλια που εγίνουνταν παζάρι
ήτον εκειά κι ερώτανε μ’ ακόμη να του ζάερι.
Ήσαν οι γ-εποχές κακές κι οι σκλάβοι ήσαν χιλιάδες,
κι ούλους τσι κακομοίρησες τσί ’χανε ράδες ράδες.
Πού να ρωτήξει για να βρει, κι είντα να βρει ο καημένος,
Ααμοναχός του, ταπεινός και καταφρονεμένος.
Σειρά τα πήρε τα χωριά κι έφταξεν ώς τ’ Αλγέρι,
κάθε χωριό κι ελπίδα μια, ελπίδα μια κι αστέρι.
Απού δε χάσει δεν πονεί, μ’ απού πονεί κατέχει
τον πόνο ντου σημισακό πως μ’ άλλο δεν τον έχει. …
 
***

Το Μαντιναδοπούλι είναι μια συλλογή μαντινάδων του ποιητή, προσεχτικά επιλεγμένων από το σύνολο του έργου του. Εντάσσεται στην πλούσια σύγχρονη λαϊκή στιχουργική παραγωγή της Κρήτης και καθρεφτίζει την ψυχή ενός γνήσιου λαϊκού ποιητή.

Η μαντινάδα είναι απόσταγμα του συλλογισμού ή της συναισθηματικής φόρτισης μιας και μόνης συγκλονιστικής στιγμής, που οδηγεί τον ποιητή της να εκφραστεί τρυφερά, τραγικά ή αστεία. Η επιγραμματική της μορφή την κάνει ποίηση εξαιρετικά περιεκτική, αφού ο μαντιναδολόγος οφείλει να εκθέσει μέσα σε δυο 15σύλλαβους όλο το περιεχόμενο της σκέψης ή της συναισθηματικής του φόρτισης. Για το μαντιναδολόγο, η μαντινάδα που λέει ή γράφει αποτελεί τον πιο σημαντικό λόγο που θα μπορούσε να πει εκείνη την ώρα. Αυτή η ιδιαίτερη σημασία κάθε μιας μαντινάδας για τον ίδιο το δημιουργό της, αλλά και για το φιλικό και κοινωνικό περίγυρο (που γίνεται ο αποδέκτης αυτής της αυθόρμητης και συχνά πολύ υψηλής ποιητικής στιγμής), επιτείνει την αξία της μαντινάδας και εξηγεί το ενδιαφέρον γι’ αυτήν τόσο στην Κρήτη όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Είναι ευνόητο ότι ο ικανός μαντιναδολόγος μεταμορφώνει αυτή την αυθόρμητη ποιητική στιγμή σε δημιουργία εξαιρετική, που ανταποκρίνεται σε υψηλές απαιτήσεις.

 Επιλέγουμε ενδεικτικά λίγες από τις μαντινάδες του έργου:
 
 Εβάρηκα το δόρυ μου στου έρωντα την τρούλα
και ξεχειλίζει μια μικρή και δροσερή βρυσούλα.
 
’ντες, παλιέ μου λοϊσμέ, να βγούμενε σεργιάνι,
να δούμενε τση νιότης μας ποιος την πληγή θα γειάνει.
 
Περίπλουμό μου γιασεμί και μοσχοκάρυδό μου,
δώ’ μου το κοτσιδάκι σου να τό ’χω φυλαχτό μου.
 
Εγώ ’χω δυο βασιλικούς, ο γ-εις τ’ αλλού δε μοιάζει,
ο γ-εις το κέφι μου χαλά κι ο άλλος μου το σάζει.
 
Μια θέση αφήνω στη φωλιά, άλλο πουλί μην κάτσει,
μπα να γιαγείρει το παλιό να τήνε ξανασάσει.
 
Στάσου στην άκρα τση ζωής, να δεις πως δεν αξίζει
να τρών’ οι γι-άλλοι το βραστό κι εσύ να τρως το ρύζι!
 
Δεν τσι μετρώ τσι φίλους μου με τον παρά απού κάνω,
γι’ αυτό κι εγώ στην υστεργιά μπατίρης θα ποθάνω!
 
 Και τα δυο βιβλία (που λειτουργούν αντίστροφα, δηλαδή το ένα βρίσκεται στον αντίθετο πόλο του άλλου και πρέπει να το αντιστρέψεις για να το διαβάσεις) συνοδεύονται από πλήρη επεξηγηματικά σχόλια στους κρητικούς ιδιωματισμούς των στίχων τους.