01222018Δευ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Τροχιοδεικτικά Πυρά

Τροχιοδεικτικά Πυρά / Απρίλιος 2007 - φ.56

    Πόλεμος εμπειρογνωμόνων. Ανελέητος. Τι να πω εγώ; για το βιβλίο της ΣΤ Δημοτικού; Για το άρθρο 16; για τους δολοφόνους υπαλλήλους ποδοσφαιρικών σωματείων; για τα ομόλογα της ομολογίας της απάτης; Δεν έχω να πω τίποτα! τα έχουν πει όλα οι ειδικοί!     
Σε μας έχουν αφήσει τ’ αποφάγια τους ή μάλλον τα σκουπίδια της βαθιάς κι εμβριθούς επιστημονικής έρευνάς τους. Διότι είτε πιστεύεις στο Κρυφό Σχολειό είτε όχι θα βρεις επιστήμονες κι άλλους επιμελητές μελετητές να σε πείσουν ότι ορθόν ότι πιστεύεις! Όπως και για το άρθρο 16, για τις ομολογίες περιουσίες offshore νεόπλουτων, αλλά και για τους "επιστήμονες" οπαδούς των γηπέδων…
 
Τι μένει; Μίσος! Διάσπαρτο παντού! Έχω κουραστεί. Νιώθω καταβεβλημένος. Είναι ψυχοφθόρα η διαδικασία αποκομιδής απορριμμάτων. Κι αδυνατώ να συνεχίσω να παίζω το ρόλο του σκουπιδιάρη. Οπότε και κάνω ρελάνς. Θα σας πω μια ιστορία. Κι άμα θέλετε συνοδέψτε τη με μια ευχή. Όποια σας κάνει κέφι. Γιατί οι ευχές είναι το τελευταίο αποκούμπι του σύγχρονου ανθρώπου στην πορεία του στο άγνωστο του μίσους που αντικαθιστά το οξυγόνο που αναπνέουμε.
 
Ωραίος άνθρωπος ο πατήρ Γεράσιμος! Δημοφιλής ανάμεσα στο ποίμνιό του κι ας έχει ασυνήθιστες απόψεις για την του Θεού λατρεία. Εμένα αυτό εξ αρχής ήταν που με τράβηξε. Και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα να τον αναζητώ εξομολογούμενος σε κάθε μεγάλο ή μικρό μου πρόβλημα. Έτσι κι εκείνη την Τετάρτη.
 
Είχα πάρει το δρόμο για την εκκλησία να τον συναντήσω. Απόγευμα ήταν. Μόλις που θα είχε τελειώσει κι ο εσπερινός. Όταν έφτασα όμως με περίμενε έκπληξη μεγάλη. Κηδεία!
 
Κάποιος είχε αποδημήσει εις Κύριον! Παρ’ όλα αυτά προχώρησα στο εσωτερικό του ναού. Η νεκρώσιμος ακολουθία βρισκόταν σε εξέλιξη. Λιγοστοί οι παρευρισκόμενοι. Άναψα το κεράκι μου, προσκύνησα κι έπιασα στασίδι στ’ απόνερα των τεθλιμμένων συγγενών, φίλων και γνωστών.
 
Ο πατέρας Γεράσιμος με είδε. Του έστειλα τα σέβη μου μ’ ένα νεύμα υποταγής. Δεν αποκρίθηκε γιατί ασχολιόταν με το ξόδι του αποθανόντος. Οπότε κι εγώ καταπιάστηκα με την επόπτευση του χώρου. Περιμένοντας στωικά το πέρας της ακολουθίας.
 
Εν τω μεταξύ το βλέμμα μου περιεργαζόταν, τάχα μου, αμήχανα το πλήθος. Στην πραγματικότητα αναζητούσα γυναικείες παρουσίες άξιες λόγου και σχολιασμού. Δεν το κρύβω, είμαι θαυμαστής του ωραίου φύλου. Κι αθεράπευτα επιρρεπής σε παλινδρομήσεις με τη φυγόκεντρο δύναμη της στύσεως. Έφτανε μια ωραιότατη γάμπα πάνω σε ψηλοτάκουνη γόβα για να αισθανθώ όπως ο αναβάτης μοτοσικλέτας στο γύρο του θανάτου.
 
Οι κεραίες μου γρήγορα εντόπισαν μια γοητευτικότατη παρουσία. Στεκόταν στ’ αριστερά μου, τέσσερα βήματα απόσταση, δίπλα στην ξυλόγλυπτη προθήκη με την εικόνα του φερώνυμου ναού του Αγίου Δημητρίου. Φορούσε ένα σοκολά ταγιέρ κι είχε μακριά καλοχτενισμένα καστανά μαλλιά. Στεκόταν πάνω σε ταμπά γόβες κι από τον δεξιό ώμο της κρεμόταν ένα αναλόγου χρώματος τσαντάκι. Είχε μπει δευτερόλεπτα μετά από μένα και φρόντισε να κρατήσει, όπως κι εγώ, αποστάσεις από το κύριο σώμα των πενθούντων.
 
Δεν άργησε η παρουσία της να σημάνει συναγερμό. Κεφάλια άρχισαν να γέρνουν το ένα στο άλλο ανταλλάσσοντας ψιθυρισμούς. Μια αναταραχή έκδηλη υψώθηκε ως σύννεφο βροχής στην μελαγχολική ατμόσφαιρα. Οι ψίθυροι έφτασαν μπροστά, όπου κι η τεθλιμμένη νεαρά χήρα μετά των στενών συγγενών της. Μικρά παιδιά δεν υπήρχαν. Άτεκνο ζευγάρι. Ως έμπειρος ανδρικών αλλά και γυναικείων ατασθαλιών οσμίστηκα καυγά.
 
Η μυστηριώδης κυρία πλάι μου ήταν αρκούντως γοητευτική κι επικίνδυνα μόνη. Δίχως να γίνω αντιληπτός από κανέναν, πλην του πατρός Γερασίμου, βγήκα από την πλαϊνή έξοδο για να ξαναμπώ από μπροστά. Έτσι, τη στιγμή που ένας άντρας και δύο γυναίκες κατευθύνονταν απειλητικά προς την ανυποψίαστη γοητευτική κυρία, εγώ έμπαινα από την κυρίως είσοδο του Ναού.
 
 Έφτασα πρώτος πλάι της πιάνοντας το χέρι της τη στιγμή που τα επιθετικά βλέμματα των τριών βρήκαν το δικό μου ασπίδα προστασίας. Θέλετε κάτι; τους είπα, απασφαλίζοντας τον πυροκροτητή μίσους. Η κυρία είναι μαζί σας; με ρωτά με τσαμπουκαλεμένη αυστηρότητα ο πρωτοσύγκελος της επισκοπής διωγμού. Φυσικά! του λέω με ύφος άντε γαμήσου. Κι τι θέλετε εδώ, δεν σας ξέρουμε! παρατηρεί ξαφνιασμένος.
 
Δεν ήρθαμε για σας, αλλά για να ορίσουμε ημερομηνία γάμου! του απαντώ χαιρέκακα. Με συγχωρείτε, νόμιζα…κι έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια κι απομακρύνθηκε. Ένιωσα υπερφίαλα κυρίαρχος του παιχνιδιού. Στράφηκα πλάι μου στην γοητευτική κυρία κι άφησα ένα μειδίαμα ικανοποίησης κι έπαρσης να χρωματίσει το ύφος μου. Παρά τρίχα έτσι; Ήταν αξιολάτρευτη!
 
Ομορφότερη απ’ όσο φανταζόμουν! Στην παρατήρησή μου έστρεψε αργά το βλέμμα της προς το μέρος μου θάλλουσα γλυκύτητας και μειλίχια αποκρίθηκε. Την γνωρίζατε; σαν κεραμίδα στο κεφάλι αντήχησε η ερώτησή απορία της. Τι μου λέτε; τη νεκρή λέω, τη γνωρίζατε; Μα για ποια νεκρή μιλάμε; άντρας δεν είναι ο αποθανών; δε νομίζω…νέα γυναίκα ήταν…κι αυτός που μιλήσατε ήταν προφανώς ο σύζυγός της…ο οποίος φυσικά υποψιαζόταν ότι η αποθανούσα τον κεράτωνε μαζί σας…μα τι μου λέτε; ώστε δεν τη γνωρίζατε; φυσικά και όχι! Εγώ για σας…τι εννοείτε για μένα; εγώ ήρθα για τον πατέρα Γεράσιμο!
 
 
Εκεί χάθηκε το φως. Έληξε κι η τελετή κι ο κόσμος έβγαινε αργά από το ναό σβήνοντας με τα βήματά της εξόδου του τα χνάρια της κομπορρημοσύνης μου. Σταμάτη! Ως κεραυνός εν αιθρία ακούστηκε η φωνή του πατέρα Γεράσιμου. Βλέπω δεν έχασες ευκαιρία! Ξέρετε πάτερ…ξεράδια ανεπρόκοπε! Τι σου έχω πει; μα δεν ήξερα πάτερ! Τι δεν ήξερες! Σε ποιον τα πουλάς αυτά! Βούιξε η εκκλησία! Σα δε ντρέπεσαι! Δεν γνώριζες ότι η συχωρεμένη ήταν παντρεμένη; Κι είχες το θράσος να εμφανιστείς κιόλας! Μα τι λέτε πάτερ! Ούτε που τη γνώριζα! Και τότε γιατί κρύφτηκες πίσω από την Θεοδώρα; αλήθεια δε σε σύστησα!
 
Η Θεοδώρα είναι θυγατέρα μου…
 
Κωνσταντίνος Γυπαράκης