07272017Πεμ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Γράφοντας στο Κενό

Μάιος 2007-φ.57

Ντζίλα  η  Μαύρη  ή  της  Παρακμής

γράφει ο Αριστείδης  Κονίδης
Κάποτε  ήταν  μια  μαύρη.
Μαύρη  στην  σκέψη  (όλα,  όλοι  ήταν  λάθος  εκτός  από  αυτή).
Μαύρη  στην  ζωή  της.
Μαύρη  στο  κορμί  της  (από  τα  χτυπήματα  της  μοίρας).
Την  είχαν  ονομάσει  Ντζίλα  η  μαύρη  ή  Ντζίλα  της  Παρακμής.
Περνούσε  άσκοπα  τις  ώρες  της  μικρής  ζωής  της,  μεταφέροντας  την  έμφυτη  κακομοιριά,  την  μιζέρια  και  την  δυστυχία  της  στα  άδεια  του  κόσμου  δωμάτια.

Ήταν  εκτός  από  μαύρη  και  αυτό  που  λέμε  "η  γυναίκα  γεμάτη  μυστήριο".
Εξέπεμπε  ένα  πάθος,  έναν  ανομολόγητο  αισθησιασμό,  κάτι  σαν  πρόσκληση  για  συνεύρεση,  ας  το  πούμε  πιο  λαϊκά,  πρόσκληση  σε  δείπνο.
Είχε  αλλά  και  ένιωθε  κάτι  από  την  Αρχαία  Βασίλισσα  της  Αιγύπτου,  την  Κλεοπάτρα!
Λίγους  αλλά  αποτυχημένους  έρωτες  και  πάντοτε  μια  έμφυτη  για  αυτήν  αξιοπρέπεια.
Στο  κάτω-κάτω  της  γραφής  τι  μαύρη  θα  ήταν  χωρίς  αξιοπρέπεια  ;
Γερνούσε  και  οι  ρυτίδες  συννέφιαζαν  το  γλυκό  μαύρο  προσωπάκι  της.
Όχι  δεν  φαίνονταν  όμως.
Είναι  το  προτέρημα  των  γυναικών  που  είναι  μαύρες.
Απροκαθόριστη  η  ηλικία,  όπως  αι  βουλαί  του  Κυρίου.
Όλα  αυτά  τα  καλά  συνέβαιναν  ώσπου  στην  ζωή  της  ήρθε  ο  Καίσαρας.
Στητός,  καμαρωτός,  παλιά  γνωριμία  της  αλλά  για  αυτήν  άκρως  απορριπτέα  και  κατακριτέα  λόγω  αξιώματος  του,  ίσως  και  χαρακτήρα  του.
Ήταν  οι  ιδιαιτερότητες  του  Αυτοκράτορα.
Η  Ντζίλα  πάλι  ήταν  λαϊκής  βάσεως.
Τώρα  θέλετε  το  γαμώτο,  η  απογοήτευση,  τα  χρόνια  που  άρχισαν  να  ταλαιπωρούν  το  μαύρο  αυτό  μουτράκι.
Ε  ……….  ενέδωσε !
Γη  και  ύδωρ.
Α !  Ο  Καίσαρας  πέρα  από  τους  αυλικούς  του  (μόνιμη  συνοδεία)  δεν  κρατούσε  σκήπτρο,  όχι  ήταν  ένας  Καίσαρας  από  αυτό  που  λέμε  "χάνομαι  …..  γιατί  ρεμβάζω".
Κρατούσε  λοιπόν  ένα  πανεράκι  σκεπασμένο .
Έτσι  συνευρέθηκαν.  Αυτή  η  λέξη  ταιριάζει  καλύτερα.
Ζήσαν  μαζί  κάμποσα  χρόνια.
Κυβερνούσαν  δίκαια  (κατά  την  γνώμη  τους)  και  όλα  πήγαιναν  καλά.
Έλα  όμως  που  η  ταλαίπωρη  η  Ντζίλα,  η  Μαύρη  Ντζίλα  γερνούσε,  μάζευε,  παραξένευε,  είχε  σπάσει  και  τον  μαγικό  της  καθρέπτη  και  αποκούμπι  δεν  υπήρχε,  ούτε  και  αυτοκριτική.
Υπήρξε  γι’  αυτήν  ποτέ  άραγε  ;
Ο  Αυτοκράτορας,  αυτός  ο  Καίσαρας  που  λέτε  άρχισε  σιγά-σιγά  να  αγανακτεί,  να  βαριέται  και  μια  ωραία  πρωία  η  Ντζίλα  ξύπνησε  μόνη  της.
Φεύγοντας,  αυτός  φρόντισε  να  την  αποκαταστήσει  αφήνοντας  το  καλαθάκι
(αυτό  που  λέγαμε  στην  αρχή  ότι  κουβαλούσε  πάντοτε  επιμελώς  κλεισμένο)
δίπλα  στο  κρεβάτι  της.
Ανασηκώθηκε,  το  πήρε  και  το  άνοιξε.
Επιτέλους  θα  ανακάλυπτε  το  περιεχόμενο.
Ήταν  γεμάτο  μαύρα  βασιλικά  σύκα,  αυτά  με  την  τρύπα  από  κάτω.
Έβαλε  το  χέρι  της  μέσα.
Ήξερε  το  πεπρωμένο  της.
Ένοιωσε  το  μικρό  δάγκωμα.
Μαζί  με  το  χέρι  που  ενστικτωδώς  τράβηξε,  βγήκε  και  το  φιδάκι.
Ένα  μαύρο  μικρό  φιδάκι  ράτσας  Τοξοκρόταλος,  ο  Τιγροειδής.
Ξάπλωσε  πάλι  νωχελικά,  όπως  ταιριάζει  σε  μια  μαύρη  βασίλισσα  και  περίμενε  τον  θάνατο,  που  δεν  άργησε  να  έρθει.
Αργότερα,  κάποιος  ενδιαφέρθηκε  για  αυτήν  και  την  αναζήτησε.
Την  βρήκε  νεκρικά  ήρεμη.
Το  πανεράκι  με  τα  σύκα  ήταν  δίπλα  της  και  το  φιδάκι  εξαφανισμένο.
Την  κοίταξε  αδιάφορα,  πήρε  το  πανεράκι  με  τα  σύκα  και  έφυγε.
Ήταν  καλοκαίρι,  τα  σύκα  θα  έπιαναν  καλή  τιμή  στην  αγορά  και  οι  μύγες  πάντοτε  ξέρουν  την  δουλειά  τους.
Τι  άδοξο  τέλος  για  την  Ντζίλα,  την  Ντζίλα  την  Μαύρη.
Έμεινε  στην  ιστορία  ως  Ντζίλα  η  Μαύρη  ή  Ντζίλα  της  Παρακμής.
Συμπέρασμα
Άρα,  η  Ντζίλα  είναι  η  Κοινωνία  που  ζούμε  ή  μήπως  η  Κοινωνία  είναι  η  Ντζίλα  ;
Πάντως,  ένα  είναι  το  σίγουρο  στην  όλη  ιστορία,  ότι  και  τα  δύο  είναι  …………….
Μαύρα  και  Άραχνα !
Υ.Γ.  Δεν  μας  διέπει  κανένας  ρατσισμός,  ουδέ  φυλετικές  διακρίσεις.  Πάσα  δε  ομοιότητα  με  υπαρκτά  πρόσωπα,  εντελώς  τυχαία.
* Ο  Αριστείδης  γεννήθηκε  το  1954  στην  Αθήνα.  Από  το  2003  έχει  έρθει  στο  μέρος  που  τόσο  αγαπά  και  βαθιά  την  καρδιά  του  έχει  σημαδέψει,  στα  Χανιά  της  Κρήτης.