10222017Κυρ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Γράφοντας στο Κενό

Ιούλιος-Αύγουστος 2007-φ.59

ΑΓΙΑ  ΡΟΥΜΕΛΗ
(ΝΕΡΟ  ΕΛΛΗΝΙΚΟ)
Όλα  ξεκίνησαν  όταν  το  λεωφορείο  από  τα  Χανιά  έφθασε  στις  9  το  πρωί  στην  Ξυλόσκαλα,  κει  στον  Ομαλό.
Η  πρωινή  ψύχρα  του  βουνού  περόνιαζε  λίγο  τα  κόκαλα,  αλλά  ο  ήλιος  που  είχε  βγει  πολλά  υπόσχονταν  …
Ήταν  τέλος  του  Μάη.
Τα  εισιτήρια  βγήκαν  και  άρχισε  η  κάθοδος  του  γράφοντος  και  της  Άριας  στο  Φαράγγι  της  Σαμαριάς.
Το  τοπίο  ειδυλλιακότατο  και  τα  πρώτα  4 – 5  χιλιόμετρα  κατάβασης  μέχρι  τον  πάτο  του  φαραγγιού  κύλησαν  κανονικά,  μέσα  στο  πράσινο  και  τον  αέρα  που  μοσχομύριζε  της  φύσης  τα  αρώματα.
Πρώτη  στάση  στον  Αϊ  Νικόλα.
Νεράκι  φρέσκο  από  την  πηγή,  που  πράγματι  ήταν  τόσο  παγωμένο  που  δόντια  έσπαζε.
Εκεί  ήταν  που  άρχιζαν  να  παρουσιάζονται  και  τα  πρώτα  προβλήματα.
Πιάσιμο  στα  πόδια.
Τώρα  θέλετε  τα  30  χρόνια  γραφειοκαθιστικής  δουλειάς,  το  σώμα  που  αγύμναστο  είχε  μείνει  ;
Ύστερα  από  άλλα  3  χιλιόμετρα  άρχισαν  τα  πόδια  να  τρέμουν  και  η  αποζήτηση  ξεκούρασης  να  γίνεται  όλο  και  πιο  αναγκαία,  όλο  και  πιο  συχνή.
Στο  τέλος,  μεσημέρι  πια,  διαπιστώσαμε  ότι  είμαστε  οι  τελευταίοι,  κανείς  πια  δεν  έρχονταν  πίσω  μας.
Φθάσαμε  στο  χωριό  της  ακατοίκητης  Σαμαριάς  γύρω  στις  4.
Σερνόμουν  στην  κυριολεξία,  παρά  τις  παροτρύνσεις  και  το  θάρρος  που  προσπαθούσε  να  δώσει  η  Άρια.
Εκεί  συναντήσαμε  δύο  δασοφύλακες,  μας  υποδέχθηκαν,  ρώτησαν  εάν  θέλουμε  τίποτα.
Υπερίσχυσε  ο  εγωισμός  (γιατί  όλοι  οι  άλλοι  και  όχι  εγώ ;),  αρνήθηκα.
Φεύγοντας  μου  έδωσαν  ένα  κομμάτι  ξύλο,  ένα  ραβδί.
Θα  με  βοηθούσε  όπως  μου  είπαν  και  όντως.
Σέρνοντας  τα  βήματα  άρχισα  να  διασχίζω  τα  μονοπάτια,  να  διαβαίνω  τα  ρυάκια,  η  διαδρομή  ωραία  και  γραφική  αλλά  η  κούραση,  η  απελπισία,  η  ανησυχία  είχαν  αρχίσει  να  φωλιάζουν  στην  ψυχή.
Η  ώρα  είχε  πάει  7  και  ακόμα  4  χιλιόμετρα  θέλαμε.
Τελείως  πια  μόνοι,  μόνο  οι  ήχοι  της  φύσης  και  το  κελάρισμα  του  ποταμιού  ακούγονταν.
Άρχισε  να  νυκτώνει,  η  ώρα  8  και  μισή  ήταν.
Θέλαμε  ακόμη  3  χιλιόμετρα,  σχεδόν  κάναμε  ώρα  και  χιλιόμετρο.
Αρχίσαμε  να  σκεπτόμαστε  να  διανυκτερεύσουμε  μέσα.
Σε  λίγο  σκοτάδι,  μόνο  το  φεγγάρι  τις  αχτίδες  έστελνε  για  να  σκεπαστεί  και  αυτό  από  ανησυχητικά  μαύρα  σύννεφα.
Ρομαντισμός  και  φόβος.
Που  και  που  άκουγες  τις  πέτρες  από  ψηλά  να  κυλούν,  τα  πόδια  πια  από  την  κούραση  έτρεμαν.
Θυμήθηκα  ότι  μαζί  μου  είχα  ένα  μικρό  φακό,  από  αυτούς  που  μπαίνουν  στα  μπρελόκ.
Στα  χέρια  της  συντρόφου  μου,  της  ζωής  συντρόφου,  πολύτιμο  εργαλείο.
Παρά  την  κούραση  της,  τις  μπότες  της  που  από  πολλή  ώρα  είχαν  χαλάσει  (είχαν  ξεκολλήσει),  φορώντας  πέδιλα  που  απαίσια  γλίστραγαν  στο  νερό  και  στις  πέτρες,  μπήκε  μπροστά  και  ιχνηλατώντας  με  το  μικρό  αυτό  φακό  μέσα  στο  σκοτάδι,  παροτρύνοντας  με  και  πολλές  φορές  τραβώντας  με  φθάσαμε  σε  ένα  σημείο  που  από  μακριά  φαίνονταν  ένα  φωτισμένο  παράθυρο.
Η  κούραση  ξεχάστηκε  και  βάζοντας  όλες  τις  δυνάμεις  φθάσαμε  στο  τελευταίο  φυλάκιο  στην  έξοδο  του  φαραγγιού.
Έκπληκτοι  μας  είδαν  οι  δύο  δασοφύλακες.
Η  ώρα  πια  ήταν  11  το  βράδυ.
Ο  ένας  από  τους  δύο,  ο  Μανώλης,  ένας  γίγαντας  Κρητίκαρος,  έκανε  τα  πάντα  για  τους  δύο  ταλαίπωρους  πεζοπόρους,  κρύο  νεράκι  και  αμέσως  τηλεφώνησε  στον  Νεκτάριο.
Το  τηλέφωνο  του,  φίλοι  από  τα  Χανιά  που  είχαν  μείνει  στα  δωμάτια  του,  μας  είχαν  δώσει.
Πράγματι,  ο  Νεκτάριος  ήρθε  με  το  αυτοκίνητο  του  στις  11  και  μισή,  ανήσυχος  και  αυτός  που  είχαμε  αργήσει.
Μας  πήρε,  τι  πήρε  δηλαδή,  δύο  πτώματα  πήρε  και  μας  οδήγησε  στην  πανσιόν  του.
Φάγαμε,  ήπιαμε,  στηλωθήκαμε  και  μετά  ακολούθησε  το  μαρτύριο  του  ύπνου.
Η  κούραση  αλλά  και  πώς  τα  πόδια  τα  βολέψεις.
Η  άλλη  μέρα  ήρθε  με  συννεφιά  και  σε  λίγο  να  βρέχει  άρχισε  (καλά  που  δεν  μείναμε  στο  Φαράγγι).
Ντυθήκαμε,  η  Αγία  Ρουμέλη,  μέρα  πεντακάθαρη,  λουλούδια  παντού  και  όλα  αυτά  με  την  πρωτοβουλία  των  κατοίκων  της,  των  λιγοστών  κατοίκων  της.
Προσφορά  της  ψυχής  των  για  τον  πανέμορφο  τόπο  τους.
Ένα  καλό  πρωινό  και  ο  ζεστός  μυρωδάτος  καφές  μας  συνέφερε.
Ήρθε  και  κάθισε  κοντά  μας  και  ο  Νεκτάριος.
Είπαμε  πολλά,  πολλά  που  μας  πλήγωσαν.
Αγία  Ρουμέλη,  μια  ζωγραφιά  με  τόσο  φιλόξενους  ανθρώπους  αλλά  χωρίς  υποδομές.
Ούτε  ένα  σχολείο,  είκοσι  παιδάκια  κάθε  χειμώνα  ξενιτεύονται  μαζί  με  τις  μανάδες  στα  Χανιά  για  να  μπορέσουν  τα  γράμματα  να  μάθουν  και  οι  πατεράδες  μόνοι  στις  αγροτικές  εργασίες  τους.
Η  συγκοινωνία  τον  χειμώνα  αραιή  έως  καθόλου  εάν  η  κακοκαιρία  χτυπήσει.
Το  αγροτικό  ιατρείο  (ένας  ιατρός  γενικής  ιατρικής)  δουλεύει  πέντε  ημέρες  την  εβδομάδα  και  εάν  κάτι  έκτακτο  συμβεί  μόνο  η  βοήθεια  …………..εξ’  ουρανού  σώζει.
Και  όμως  αυτοί  οι  άνθρωποι  κρατούν,  γιομάτοι  δύναμη  και  με  αξιοπρέπεια  το  μέρος  τους,  μένουν  σε  αυτό,  δεν  το  αφήνουν,  το  αγαπούν,  το  λατρεύουν.
Το  ακούτε  ανευθυνουπεύθυνοι,  αν  ναι,  κάντε  κάτι !!!
Όχι  μόνο  προεκλογικές  υποσχέσεις.
ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ  ΣΧΟΛΕΙΟ  ΓΙΑ  ΤΑ  ΠΑΙΔΑΚΙΑ (τόσοι  αδιόριστοι  δάσκαλοι  υπάρχουν).
Έτσι  με  την  κουβέντα  πέρασε  η  ώρα.
Το  πλοίο  για  την  χώρα  Σφακίων  έφυγε  στις  5.
Νωρίτερα  είχαμε  χαιρετήσει  τους  δύο  φίλους  μας,  τον  Μανώλη  και  τον  Νεκτάριο.
Και  λέω  φίλους  γιατί  πολλές  φορές  λίγες  ώρες  φθάνουν  τους  ανθρώπους  για  να  δέσουν.
Όταν  η  Αγία  Ρουμέλη  από  μακριά  φάνταζε,  μία  υπόσχεση  έδωσα  στον  εαυτό  μου  …..
Θα  ξανάρθουμε !
Αγία  Ρουμέλη,  σημαδάκι  μικρό  στον  χάρτη,  κενό  στην  μνήμη  ορισμένων.
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ
στην  σύντροφο  μου  Άρια  και  στον  Βαγγέλη  (ακούραστη  η  βοήθεια  του  στην  ηλεκτρονική  σύνταξη  των  κειμένων  μου).
Αριστείδης  Κονίδης