07272017Πεμ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Γράφοντας στο Κενό

Οκτώβριος 2007 - φ.61

ΤΕΛΟΣ  ΕΠΟΧΗΣ
Άνοιξε  τα  μάτια  του.
Για  άλλη  μια  βραδιά   ξύπναγε  πάλι  με  τον  ίδιο  κόμπο  στο  λαιμό.
Κοίταξε  το  ρολόι  δίπλα  του,  ήταν  τρείς  το  πρωί.
Σηκώθηκε,  ντύθηκε  όσο  πιο  γρήγορα  γίνονταν.
Όχι,  δεν  μπορούσε  να  κάτσει  μέσα  στο  σπίτι,  ένιωθε  τους  τοίχους  να  τον  πλακώνουν, ήθελε  να  βγει  να  χαθεί  μέσα  στη  νύχτα,  μέρος  με  αυτή  να  γίνει.
Ντύθηκε,  πήρε  τα  κλειδιά  του  αυτοκινήτου  κι  έκλεισε  την  πόρτα  πίσω  του.
Με  τα  πρώτα  χιλιόμετρα  που  έκανε,  άρχισε  να  νοιώθει  καλύτερα,  δεν  ήταν  η  πρώτη  φορά.
Μπροστά  του  ο  δρόμος,  του  Κέρουακ  ο  δρόμος  για  άλλη  μια  φορά  κάτι  από  νέες  εμπειρίες  θα  του  χάριζε.
Από  δεξιά  η  πόλη.
Ένα  φαντασμαγορικά  μεγάλο  πιάτο  γιομάτο  από  φώτα,  πολύχρωμα  φώτα  και  πιο  δίπλα  η  θάλασσα,  να  λαμπυρίζει  και  αυτή  από  του  φεγγαριού  το φως.
Οδηγούσε  μηχανικά,  μέσα  στο  μυαλό  του  σκέψεις,  σκηνές  σαν  θεατρική  παράσταση  ξετυλίγονταν  και  το  ραδιόφωνο  να  παίζει  της  νύκτας  τις  μουσικές.
Πώς,  που,  γιατί,  χιλιάδες  τα  αναπάντητα  ερωτήματα  κι  άντε  να  βρει  άκρη. Προσπάθησε  να  συγκεντρωθεί  σε  κάτι,  στο  δρόμο  που  ανοίγονταν  μπροστά  του.
Τα  χιλιόμετρα  μάζευαν  το  ένα  μετά  το  άλλο.
Έστριψε  στα  τουριστάδικα,  κει  στον  δρόμο  με  τα  μεγάλα  ξενοδοχεία,  τις  καφετέριες, τα  μπαράκια,  τα  νυχτερινά  νεανικά  χοροπηδάδικα,  ένιωθε  την  ανάγκη  να  δει  λίγο  κόσμο.
Ήταν  όμως  Σεπτέμβρης,  σχεδόν  το  είχε  ξεχάσει.
Ακόμα  και  η  ψύχρα  του  φθινοπώρου  που  από  το  ανοιχτό  παράθυρο  έμπαινε  δεν  τον  είχε  κάνει  να  συνειδητοποιήσει  του  καλοκαιριού  το  τέλος,  ίσως  και  να  μην  ήθελε  να  το  πιστέψει.
Της  προηγούμενης  μέρας  το  πρωί  είχε  περπατήσει  σε  μια  σχεδόν  άδεια  παραλία,  με μόνους  κατοίκους  κάποιους  μεγάλους  ανθρώπους,  μερικούς  ψαράδες  και  τους  γλάρους  που  για  τροφή  έψαχναν  ανάμεσα  από  άδεια,  πεταμένα  μπουκάλια  αντηλιακού.
Ένα  καλοκαίρι  γι’ αυτόν  είχε  τελειώσει,  προσθέτοντας  ακόμα  έναν  χρόνο  στις  πλάτες  του.
Δεν  ενδιαφέρονταν  πια  για  το  τι  γίνονταν  γύρω  του.
Όλα  επαναλαμβάνονταν  και  πάντα  με  το  ίδιο  τέλος.
Η  τηλεόραση  είχε  πάψει  να  ασχολείται  νυχθημερόν  με  τις  πυρκαγιές  που  την  πατρίδα  του  είχαν  κατακάψει,  αφήνοντας  πίσω  νεκρούς,  άστεγους,  ανθρώπινα  δράματα.
Προσπαθούσε  τώρα  να  δραστηριοποιήσει  τους  πολίτες  αυτής  της  χώρας  με  τις  εκλογές  που  θα  γίνονταν,  που  έγιναν.
Η  φωτιά,  που  το  βάραθρο  της  καρδιάς  μας  είχε  κατακάψει,  ξεπούλησε.
Νέες  εικόνες  κατέκλυζαν  τα  τηλεοπτικά  παράθυρα.
Το  τέλος  του  καλοκαιριού.
Τα  μαύρα  σύννεφα  που  απειλητικά  μαζεύονται  στου  νου  μας  τον  ορίζοντα.
Γύρισε  σπίτι  του  κοντά  πέντε  το  πρωί,  έξω  η  νύχτα  αλύτρωτες  ψυχές  φώτιζε.
Έφτιαξε  έναν  καφέ,  το  άρωμα  του,  η  γεύση  του,  τον  γύρισαν  πάλι  στην  πραγματικότητα.
Πήρε  το  μολύβι  και  πάνω  στο  κενό  λευκού  χαρτιού  έγραψε  αυτά  που  εσείς  μόλις διαβάσατε.-
Κάθισε  στην  παραλία  μια  βραδιά  με  φεγγάρι.
Προσπάθησε  να  βρεις  τις  απαντήσεις  που  τη  καρδία  βαραίνουν.
Άσε  ο  άνεμος  να  τις  πάρει.
Και  να  τις  ντύσει  με  της  νύκτας  το  μαύρο  το  βελούδο.
Αριστείδης  Κονίδης