07272017Πεμ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Γράφοντας στο Κενό

Νοέμβριος 2007-φ.62

Η ΚΟΚΚΙΝΗ
Πάει πολύς καιρός που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, σε μοτοσικλέτα να μην ξανανεβώ.
Όχι, δεν είχα βαρεθεί. Είναι μια αγάπη που ποτέ δεν την βαριέσαι, ας πούμε ότι φοβάμαι λίγο είχα αρχίσει.
Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος αρχίζει και έχει φοβίες, ε λοιπόν μια από τις δικές μου, ήταν και αυτή.
Όλα καλά πήγαιναν, ώσπου μια μέρα σαν όλες τις άλλες μέρες, ο Μιχάλης (φίλος και συνάδελφος στην δουλειά) σε μια κουβέντα που είχαμε γύρω από τα "μοτοσικλετιστικά" γύρω από τα ταξίδια που με αυτές είχα κάνει -βλέπετε είναι μαθηματικά αποδεδειγμένο ότι ο ένοχος στον τόπο του εγκλήματος ξαναγυρνά, έτσι και εγώ πάντα ψάχνω για ανθρώπους με το ίδιο μοτοσικλετιστικό πάθος για να ικανοποιώ το σαράκι που μέσα μου με τρώει – μου είπε ότι παλιά είχε και αυτό μοτοσικλέτα.
Μάλιστα επειδή του πιάνει χώρο τώρα στην αποθήκη, αν θέλω να την πάρω.
Τι ήθελε και το είπε;
Την άλλη μέρα το απόγευμα αγγαρεύοντας φίλο με αγροτικό έξω από το σπίτι του ήμουν το κουδούνι χτυπούσα ανυπόμονα. Η πόρτα της αποθήκης άνοιξε και την είδα.
Κόκκινη, σκονισμένη, αλλά γιομάτη θέλγητρα και υποσχέσεις σε μια γωνιά μεγαλόπρεπα στεκόταν.
Ανυπόμονα, όσο πιο γρήγορα μπορούσα, την φόρτωσα και από την χαρά μου ξεχνώντας να τον ευχαριστήσω, για την βάση μου ξεκίνησα.
Την κατέβασα και την έστησα στην βεράντα.
Έμεινα πολύ ώρα να την βλέπω.
Άρχισα να σκέφτομαι τι θα της άλλαζα, τι θα της έφτιαχνα.
Τόσα χρόνια ακινησίας είχαν αφήσει πολλά σημάδια στο κορμί της.
Και έτσι το μάζεμά της ξεκίνησε, μου πήρε γύρω στους τρεις μήνες για να την τελειώσω.
Ορισμένα ανταλλακτικά ήρθαν από έξω και περιττό να σας πω ότι τελικά αν αγόραζα καινούργια, ίσως φτηνότερα να μου στοίχιζε.
Τελικά ήρθε η μεγάλη μέρα. Θα την έβαζα μπροστά. Γέμισα με βενζίνη το ντεπόζιτο και πάτησα την μίζα.
Ο γέρικος κινητήρας άρχισε να γυρνά, να γυρνά και σε λίγο αφού πρώτα ακουστήκαν δύο παφ – πουφ από την εξάτμιση, άρχισε νωχελικά να δουλεύει ο ήχος της σαν τραγούδι στα αυτιά μου έφτασε.
Την ζέστανα προσεκτικά και μετά με ευλάβεια την κατέβασα από το στήριγμά της, ανέβηκα και ξεκίνησα για την πρώτη μου διαδρομή, την πρώτη μου στενή γνωριμία...
Γύρισα περασμένα μεσάνυκτα σπίτι. Όχι δεν ένοιωσα κουρασμένος. Έμεινα πολύ ώρα να την κοιτάζω, θαυμάζοντάς την, μέχρι που το τσικ – τσικ από το κρύωμα στην μηχανή της σταμάτησε να ακούγεται.
Εκείνο το βράδι στον ύπνο μου έβλεπα ότι καβάλα ήμουν σε κόκκινο άλογο και σε ατέλειωτα πράσινα λιβάδια κάλπαζα.
Άρε Μιχάλη, δεν έμαθες ποτέ σου το "μην τάξης στο Άγιο κερί και στο παιδί κουλούρι".
Αριστείδης Κονίδης