11192017Κυρ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Με Φτερό και Μελάνι

Η Μάνα

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Με έναν στεναγμό, τόσο βαθύ όσο η άβυσσος, έδωσε ένα φιλί στην παλάμη της, το κοίταξε με περίσσια αγάπη και έπειτα έτσι, προστατευμένο λες μέσα στην αόρατη ασπίδα της αγάπης, το λευτέρωσε αφήνοντας το να ταξιδέψει προς τη δύση.
Το φιλί κούρνιασε στα φτερά ενός περιστεριού που έτυχε να περνάει εκείνη τη στιγμή απ’το μπαλκόνι. Το περιστέρι, το κοίταξε σαστισμένο. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ μα ποτέ του κάτι παρόμοιο. Στα μάτια του, το φιλί έμοιαζε σαν άλλο περιστέρι, μα τόσο διαφορετικό, πιο αχνό, πιο αιθέριο.
Σκέφτηκε να τρεμοπαίξει λίγο τα φτερά του, για να διώξει τον εισβολέα από πάνω του, μα άκουσε μια φωνή, σαν που να’ρχόνταν. απ΄την καρδιά του, να του λέει: "Μη φοβάσαι, είμαι η Αγάπη. Είσαι πολύ νέο και για αυτό δεν με έχεις ξαναδεί ποτέ. Στις μέρες που ζεις, οι άνθρωποι με ξεχνούν και όσοι με θυμούνται με στέλνουν σε αυτούς που αγαπούν με sms ή e-mail. Μα στα παλιά τα χρόνια, οι πρόγονοί σου με κουβάλαγαν κάθε μέρα στα φτερά τους." Το περιστέρι ευτυχισμένο, χτύπησε τις φτερούγες του όσο πιο δυνατά μπορούσε για να φτάσει η Αγάπη στον προορισμό της.
Σε λίγη ώρα, οι ταξιδιώτες μας έφτασαν σε ένα ψηλό βουνό, στην φωλιά ενός περήφανου αετού. Ο αετός σάστισε βλέποντας ένα ταπεινό περιστέρι να φτάνει μέχρι τα μέρη του. Όρθωσε το ανάστημά του και ετοιμάστηκε να επιτεθεί στον αναιδέστατο εισβολέα, μα πριν κάνει την παραμικρή κίνηση, έμεινε να κοιτάει το παράταιρο θέαμα που εξελίσσονταν στα μάτια του μπροστά. Στην ράχη του περιστεριού, υπήρχε κουρνιασμένος ένας φωτεινός αετός, γιατί στα δικά του μάτια τέτοια ήταν η θωριά της Αγάπης.
Το περιστέρι, κοίταξε παρακλητικά το και του είπε "Εγώ είμαι μικρό και η αποστολή μου είναι μεγάλη. Σε παρακαλώ, εσύ που σκίζεις τον αέρα και πετάς έως τα αστέρια, συνέχισε το ταξίδι τούτο. Μια Μάνα στέλνει την Αγάπη στο παιδί της που είναι μίλια μακριά  απ΄την αγκαλιά της."
Ο αετός ζύγισε το βάρος του στο ένα του πόδι και χαμήλωσε το βλέμμα του, σημάδι ότι σκέπτονταν. " Ένας θηλυκός άνθρωπος….από αυτούς που καταστρέφουν τα λημέρια μου, και φυτεύουν καυτό βόλι στο κορμί μου για διασκέδαση. Γιατί να βοηθήσω;" ρώτησε. Αντί για απάντηση, συνάντησε το βλέμμα της Αγάπης και ένιωσε τα λόγια της "Είναι μια μάνα, κάτι ιερό. Και εγώ είμαι η Αγάπη…" Ο αετός έσκυψε και δέχθηκε ευλαβικά το άγιο φορτίο στη ράχη του. Για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του στο κουρασμένο περιστέρι, το ευχαρίστησε και πέταξε ψηλά, πάνω απ’τα σύννεφα.
Σε λίγο, ο περήφανος αετός, πάτησε τα πόδια του στην αυλή ενός παλατιού, ψηλά στον ουρανό. Έκραξε με όση δύναμη του είχε απομείνει, και σε λίγο φάνηκε ένας άνδρας. Ο αετός τον κοίταξε και του’πε: "Αφέντη των αιθέρων, ήρθα σε εσένα γιατί χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Έχω ένα φορτίο να παραδώσω, αλλά οι δυνάμεις μου δεν είναι αρκετές. Σε παρακαλώ, να αναθέσεις σε έναν από τους βοηθούς σου αυτή την αποστολή που εγώ ο μικρός δεν μπορώ να ολοκληρώσω." Ο άνδρας τον κοίταξε με παιχνιδιάρικο βλέμμα. Είδε και το φορτίο του, και με την θεϊκή του δύναμη, κατάλαβε τα πάντα.
"Χμ, βλέπω ανέλαβες έργο για λογαριασμό ανθρώπων, φίλε μου. Και εγώ πρέπει να βοηθήσω. Μα, οι άνθρωποι δεν με θυμούνται πια. Για αυτούς ο γέρο-Αίολος είναι θέμα παραμυθιών. Ένας ξεχασμένος θεός, ένας θεός πεθαμένος από χρόνια. Ας είναι όμως, μικροί οι άνθρωποι και κάνουν λάθη. Μεγάλοι εμείς οι θεοί, και πρέπει να τους συγχωρούμε. Δέχομαι να σε βοηθήσω." είπε και με ένα κρόταλο κάλεσε το βοηθό του, τον άνεμο Απηλιώτη, που πάντα έρχεται από την Ανατολή.
Ο Αίολος έβαλε την αγάπη σε ένα χρυσό πουγκί. Tο έδεσε σφικτά με μια κόκκινη κορδέλα και το παρέδωσε στον βοηθό του με ρητή εντολή να το παραδώσει στον παραλήπτη. Ο Απηλιώτης άκουσε και υπάκουσε. Μα μόλις ξεμάκρυνε λίγο από το παλάτι του Κύρη του, άνοιξε το πουγκί να ιδεί ποιο ήταν το πολύτιμο φορτίο του, που για αυτό ο Αίολος τον κάλεσε. Είδε και ένιωσε τα πάντα. Όμως, με την περιέργεια μικρού παιδιού, θέλησε να ιδεί και τον αποστολέα αυτού του φορτίου. "Σίγουρα θα είναι κάποιος άλλος θεός. Ειδάλλως ο αφέντης μου δεν θα έμπαινε σε κόπο. Όμως τι λογής θεός να είναι; Θέλω να τον δω!!" σκέφτηκε και δίχως δεύτερη σκέψη, και πήρε τον αντίθετο δρόμο.
Σαν άνεμος που είναι, σε ένα λεπτό βρέθηκε στο μπαλκόνι της Μάνας. Την είδε να κάθεται και να κοιτάει τη δύση, ακίνητη, όπως τόσες ώρες πριν. Αποφάσισε να κατεβεί κοντά της, όμως φτάνοντας εκεί, η δύναμή του ξερίζωσε τα δέντρα του κήπου και σάρωσε τα πάντα εκεί γύρω. Η Μάνα όμως, έμεινε στη θέση της, ακίνητη, αλώβητη. Ο Απηλιώτης ντράπηκε για την αναστάτωση που προκάλεσε και γρήγορα συγκράτηση τη δύναμή του. Στάθηκε λίγη ώρα σιμά στη Μάνα, αόρατος και την κοίταζε, χωρίς να καταλαβαίνει.
Έβλεπε μόνο έναν Θηλυκό άνθρωπο. Πλάσμα κατώτερο για εκείνον και τους συντρόφους του στον ουρανό. Αφού δεν κατάφερνε να δει κάτι άξιο θαυμασμού, άρχισε να "ακούει" τις σκέψεις της, πράγμα καθόλου δύσκολο για έναν άνεμο. Και τότε είδε…. Τα παιδικά χεράκια να σφίγγουν το λαιμό της Μάνας, τα φωτεινά μάτια που κοιτούσαν τα δικά της, πότε γεμάτα ευτυχία και πότε δακρυσμένα, μα πάντα τόσο όμορφα. Είδε τα γεμάτα αγάπη φιλιά. Είδε τόσα πολλά, που πια δεν είχε καμιά αμφιβολία. Είδε την νοσταλγία και τον πόνο στην καρδιά της.
Δίχως καθυστέρηση πέταξε ψηλά και σύντομα  βρίσκονταν σε ένα άλλο μπαλκόνι, πολλά χιλιόμετρα μακριά. Πίσω από το τζάμι, μέσα στο σπίτι είδε το Παιδί. Απασχολημένο, μπροστά σε μια οθόνη  και δίπλα του ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς και ένας καφές που είχε πια παγώσει από ώρα, δίχως να προλάβει χαρίσει ευχαρίστηση σε ουρανίσκο.
Ο Απηλιώτης άνοιξε το πουγκί κα ελευθέρωσε την αγάπη. Όμως το Παιδί, δεν είχε χρόνο ούτε το βλέμμα του να στρέψει προς το παράθυρο. Η Αγάπη άρχισε να ξεθωριάζει, να χάνει τη δύναμή της. Ο Απηλιώτης τότε, φύσηξε με τόση δύναμη που η μπαλκονόπορτα έπαψε να αντιστέκεται στη δύναμή του και η Αγάπη μπήκε μέσα στο σπίτι.
Το παιδί σάστισε και κοίταξε τις κουρτίνες που χόρευαν σαν δαιμονισμένες. Την ίδια στιγμή ένιωσε να πλημμυρίζει το δωμάτιο η μυρωδιά της μάνας του και μέσα στις κουρτίνες, είδε ένα αιθέριο πλάσμα….έναν άγγελο!!!
* Αφιερωμένο σε όλες τις Μητέρες που ζουν μακριά από τα Παιδιά τους και σε όλα τα Παιδιά που νοσταλγούν τη Μητέρα τους.