07242017Δευ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Με Φτερό και Μελάνι

Ποιος θα του το έλεγε ποτέ πως θα ζούσε αυτή τη στιγμή;

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Όταν την πρώτο-έπιασε στα χέρια του, βρέφος ακόμη, και εκείνη τον κοίταξε με περιέργεια. Ένιωσε τότε λες και το μωρό ήξερε τι συνέβαινε, λες και ένιωθε πως είχε γεννηθεί ανεπιθύμητο και του ζήταγε βοήθεια. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε, παιδί ακόμη και ο ίδιος, να την υιοθετήσει. Να την δεχθεί σαν δικό του παιδί και να της δώσει το όνομα και την αγάπη του.
Θυμήθηκε τα πρώτα χρόνια, τότε που είχε αναλάβει αποκλειστικά εκείνος το μεγάλωμα του κοριτσιού, αφού η μητέρα έδινε προτεραιότητα στην καριέρα της. Να περνάνε όλη την ημέρα μαζί κάνοντας σκανταλιές, να της λέει φανταστικές ιστορίες και εκείνη να κρέμεται από τα χείλη του και να ζητάει συνέχεια περισσότερες. Τη θυμάται να τον φωνάζει "μπαμπά" και εκείνος να νιώθει ότι για πρώτη φορά στη ζωή του είχε κάνει κάτι που πραγματικά άξιζε.
Έπειτα, το κορίτσι να πηγαίνει στο σχολείο και εκείνος να την βοηθάει με τα μαθήματα. Ο ίδιος δεν είχε αξιωθεί πάει σχολείο, εντούτοις ήξερε τόσα πολλά, που στα παιδικά της μάτια φάνταζε σοφός. Και εκείνος για να μην την απογοητεύσει, προσπαθούσε να μαθαίνει όλο και περισσότερα.
Θυμάται να την μαθαίνει πώς να δένει τα κορδόνια της και να της δίνει για πρώτη φορά να κρατήσει στα χέρια της το τιμόνι του αυτοκινήτου. Θυμάται να της διδάσκει όλα όσα ήξερε για τη φύση και τα πλάσματά της. Να της μιλάει για το διάστημα και τους πλανήτες. Και εκείνη, σαν σφουγγάρι να απορροφά κάθε του λέξη.
Είχε κάνει βέβαια και λάθη, πολλά λάθη. Ήταν σκληρός και βίαιος, αλλά δεν έφταιγε εκείνος. Δεν ήξερε πως μεγαλώνουν ένα παιδί και προσπαθούσε να μάθει στην πράξη. Ήξερε ότι η αυστηρότητα είναι απαραίτητη, αλλά μπέρδευε την αυστηρότητα με τη βία. Έτσι τον είχαν μεγαλώσει, έτσι προσπαθούσε να την μεγαλώσει και εκείνος….!
Όταν το κορίτσι μπήκε στην εφηβεία, άρχισε να αμφισβητεί τα πάντα και πρώτο – πρώτο εκείνον. Δημιουργήθηκε χάσμα, το οποίο όλο και μεγάλωνε….. Εκείνος ένιωθε να χάνει τον έλεγχο, να χάνει τον σεβασμό της, να χάνει την αγάπη της. Ένιωθε την απειλή να πλησιάζει και αντιδρούσε βίαια, αυτό φυσικά επιδείνωνε την κατάσταση.
Άνοιξε τα μάτια του, που είχαν γίνει κατακόκκινα και την κοίταξε. Ολόκληρη γυναίκα πια, μίλαγε στο τηλέφωνο και φάνταζε να είναι μέσα σε μια προστατευτική φυσαλίδα ευτυχίας. Τίποτε έξω από αυτή τη φυσαλίδα δεν την αφορούσε, πόσο μάλλον εκείνος. Η φωνή της, η γεμάτη χαρά, του ξέσκιζε τα σωθικά και ειδικά όταν πρόφερε την λέξη "μπαμπά".
Στο τηλέφωνο μίλαγε με τον πραγματικό της πατέρα.
Μετάνιωνε για όλα τα λάθη που είχε κάνει μέχρι σήμερα. Θα έδινε και τη ζωή του για να τα διαγράψει, για να την κάνει να καταλάβει ότι την αγαπούσε πραγματικά. Ότι για εκείνον υπήρξε, ήταν και θα έμενε για πάντα η κόρη του.
Ήθελε να τρέξει να αρπάξει το ακουστικό και να φωνάξει στον άγνωστο ξένο που μπήκε ανάμεσά τους τόσο αναπάντεχα "Ποιος είσαι κύριε; Γιατί μας καταστρέφεις; Που ήσουν τόσα χρόνια; Εσύ την αρνήθηκες όταν σε είχε ανάγκη, αδιαφόρησες αν θα ζήσει ή αν θα πεθάνει. Αν θα πάει σε ίδρυμα ή όχι. Τώρα τι ζητάς; Πότε έπαιξες μαζί της, πότε μάλωσες μαζί της; Πότε την χτένισες; Τι ξέρεις για αυτήν; "
Ήθελε να συμβεί ένα θαύμα και εξαφανιστεί αυτός ο άνδρας από τη ζωή τους, μα πιο πολύ, ήθελε να γυρίσει εκείνη και να τον κοιτάξει. Έστω ένα βλέμμα. Μόνο ένα βλέμμα. Θα ήταν αρκετό. Εκείνη όμως δεν τον κοίταξε….
Σηκώθηκε, ανέβασε το φερμουάρ του σακακιού του, έβαλε στην τσέπη το πακέτο με τα τσιγάρα του και γλίστρησε αθόρυβα έξω από την πόρτα, μες στη νύχτα. Έκανε λίγα βήματα, και στάθηκε για μια στιγμή στο αντικρινό πεζοδρόμιο.
Το φως του φεγγαριού, φανέρωσε τα υγρά αυλάκια στα, πρόωρα γερασμένα από τις κακουχίες, μάγουλά του.  Κοίταξε προς την πόρτα περιμένοντας ίσως την κοπέλα να βγει, να τον αναζητήσει. Μέσα του όμως ήξερε ότι η πόρτα είχε κλείσει πια για εκείνον. Καθώς απομακρύνονταν  ψιθύρισε
"Αντίο. Παιδί μου"
Σοφία  Τσουρλάκη