07272017Πεμ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Γράφοντας στο Κενό

Μάρτιος 2008 - φ.66

ΙΔΑΝΙΚΟΙ  ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ
Το  δείπνο  ήταν  κάτι  παραπάνω  από  καλό,  όλα  τα  ελέη  του  θεού  αραδιασμένα  στο  τραπέζι.
Και  αυτοί  οι  υπουργοί,  οι  υφυπουργοί,  με  τις  γυναίκες  τους,  τι  σικ  άνθρωποι !
Βέβαια  το  βλέμμα  του  για  μια  στιγμή  έπιασε  την  κυρία  υφυπουργού  να  βάζει  με  τρόπο  κεφτεδάκια  στο  γεμάτο  με  στράς  τσαντάκι  της  …..

Τι  να  κάνουμε  σκέφτηκε,  τόσα  χρόνια  αποχής  από  το  φαγητό,  τώρα  ήταν  η  ευκαιρία.
Σάμπως  και  αυτός  καλύτερος  ήταν.
Γύρισε  το  βράδυ  αργά  σπίτι  του,  κουρασμένος  από  ανούσιες  φιλοφρονήσεις, χαιρετούρες  και  το  στομάχι  του  βαρύ.
Πρώτο  του  μέλημα  ήταν  να  βγάλει  το  παντελόνι  του,  τον  στένευε.
Πρέπει  να  είχε  παχύνει  από  τότε  που  το  έραψε.
Εμ,  εξουσία  είναι  αυτή.
Φόρεσε  την  πυτζάμα  του,  έπλυνε  την  οδοντοστοιχία  του  και  σαν  καλός  χριστιανός  σταύρωσε  τρεις  φορές  το  μαξιλάρι  και  ξάπλωσε  να  κοιμηθεί  παρέα  με  την  συμβία  του.
Όχι,  δεν  την  είχε  πάρει  μαζί,  απέφευγε  να  την  παίρνει  (που  ξέρεις  μπορεί  να  είχε  και  κανένα  τυχερό)  …….
Έσβησε  το  φως  αλλά  αυτό  το  βάρος  στο  στομάχι  δεν  έλεγε  να  τον  αφήσει.
Πολύ  φαγητό  βρε  παιδί  μου,  όρεξη  να  έχεις  να  τρως.
Ο  ύπνος  δεν  άργησε  να  τον  πάρει.
Έξαφνα  ένα  φως,  ένα  πολύ  λευκό  φως  φώτισε  το  δωμάτιο.
Κοίταξε  γύρω,  όχι  δεν  ήταν  στο  δωμάτιο  του,  ήταν  καθισμένος  σε  ένα  παχύ  όμορφο  γρασίδι,  γύρω  του  λουλούδια  και  τα  πουλιά  πάνω  στα  δέντρα  κελαηδούσαν.
Από  μακριά  ακούγονταν  τραγούδια  και  φωνές  χαρούμενες,  κοριτσίστικες  φωνές  που  όλο  και  πλησίαζαν.
Και  να,  μια  συντροφιά  από  νέα  κορίτσια,  όχι  παραπάνω  από  είκοσι – εικοσιτριών  ετών  παρουσιάστηκε,  στήνοντας  τον  χορό.
Τις  κοίταζε  σαν  χαζός,  όταν  μια  όμορφη  κοκκινομάλλα  ξέκοψε  και  τον  πλησίασε.
Του  χαμογέλασε  και  κοιτάζοντας  τον  στα  μάτια  του  έδωσε  το  χέρι  της.
Αμήχανος  το  έπιασε,  τον  σήκωσε  επάνω  και  άρχισε  μαζί  του  να  χορεύει.
Παρότι  ήταν  χοντρός,  ένιωθε  σαν  πούπουλο  και  όλο  και  στροβιλίζονταν  στο  χορό  μαζί  της.
Είχε  ξεχάσει  όλα  τα  προβλήματα  του  και  μια  απεριόριστη  ευτυχία  τον  τύλιγε.
Ένιωθε  έτοιμος  για  όλα,  ότι  του  έλεγε  θα  το  έκανε,  ακόμα  και  να  αφήσει  τον  δεσμοφύλακα  που  δίπλα  του  κοιμόταν  (παρότι  δεν  τον  έβλεπε,  ένιωθε  την  παρουσία  του).
Αυτή  έσκυψε  και  του  ψιθύρισε  γλυκά  λόγια  στο  αυτί,  σε  όλα  συμφωνούσε,  τρελός  ήταν  να  πει  όχι.
Θα  την  έπαιρνε  στην  δουλειά  του,  θα  την  είχε  συνέχεια  μαζί  και  θα  την  μονιμοποιούσε  κιόλας !!!!!!!
Δεν  μπορούσε  να  αρνηθεί  τίποτα  σε  αυτό  το  ουρί  του  Παραδείσου.
Εξάλλου  ο  χορός  καλά  κρατούσε,  οι  άλλες  της  παρέας  γονατιστές  τους  κτυπούσαν  παλαμάκια  και  όλο  χόρευαν,  αυτός  πια  παραλυμένος  μη  μπορώντας  να  συγκρατήσει  την  σκέψη  του,  τα  λόγια  του  όλο  και  έταζε  και  αυτή  όλο  και  πιο  πολύ  χαμογελούσε  και  στην  αγκαλιά  τον  έσφιγγε  ζητώντας  του  περισσότερα.
Είχε  ξεφύγει  πολύ  γιατί  η  κλωτσιά  που  του  ήρθες  από  δίπλα  (από  τον  δεσμοφύλακα  που  λέγαμε,  την  κοιμισμένα  φαινομενικά  γυναίκα  του)  ήταν  δυνατή.
Πάει  η  κοκκινομάλλα,  τέλος  ο  χορός,  τέλος  τα  παλαμάκια.
Πετάχτηκε  και  κάθισε  σταυροπόδι,  σαν  μικρός  βούδας  στο  κρεβάτι.
Ένιωσε  ότι  τρελαίνεται,  τη  γη  ότι  θα  φύγει  κάτω  από  τα  πόδια  του,  έτσι  και  κατέβει  από  το  κρεβάτι.
Και  η  μουρμούρα  του  δεσμοφύλακα  δίπλα  του  ………  το  κεφάλι  του  θα  έσπαγε,  το  έπιασε  με  τα  δυο  του  χέρια  και  ουρλιάζοντας  ακατανόητες  λέξεις  μέσα  στις  οποίες  ακούγονταν  και  κάτι  σαν  "όχι  άλλες  μονιμοποιήσεις"  έφθασε  στο  παράθυρο,  το  άνοιξε  και  χωρίς  να  το  σκεφτεί  βγάζοντας  πρώτα  το  δεξί  το  πόδι  (πάντοτε  με  το  δεξί  έβγαινε)  και  μετά  το  αριστερό  άφησε  το  σώμα  του  να  πέσει  στην  ανακούφιση  του  κενου.
Αριστείδης  Κονίδης