09242017Κυρ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Με Φτερό και Μελάνι

Χαμένη Ζωή


Το νεκρό σώμα τοποθετήθηκε στον τελικό προορισμό του και εκείνη το κοίταξε για τελευταία φορά. Όχι για να το θυμάται, αλλά για να σιγουρευτεί ότι αυτή, ήταν πράγματι η τελευταία φορά που το αντίκριζε. Ούτε που κατάλαβε πως πέρασε η ώρα και τέλειωσε η κηδεία.

Το πρόσωπό της είχε μια παγωμένη έκφραση. Κάποιοι πίστεψαν ότι ήταν συντετριμμένη από το θάνατο του συντρόφου της και άλλοι ότι απλά ήταν πολύ κουρασμένη για να κλάψει.

Ο γιός της επέμενε να περάσει τη νύχτα στο σπίτι του, για να μην είναι μόνη. Του έκανε το χατίρι – πάντα είχε αδυναμία σε αυτόν τον γιό της – αλλά την επομένη το πρωί, πήρε το πρώτο λεωφορείο για το χωριό. Το χιόνι στις δύο πλευρές του δρόμου είχε μετατραπεί σε μια παγωμένη βρώμικη μάζα.
Έκλεισε τα μάτια της και θυμήθηκε τη μάνα της, τότε που τη δίδασκε τα όσα ήξερε από τη ζωή και της μάθαινε να μη φοβάται το χιόνι. Θυμήθηκε πως, κάθε φορά που χιόνιζε, η μάνα έπαιρνε εκείνη και τα αδέλφια της, τα έγδυνε και τα έτριβε με αυτό σε όλο τους το σώμα μέχρι που το δέρμα τους άρχιζε να καίει. "Το χιόνι σκοτώνει τα μικρόβια, μην το φοβάστε" τους έλεγε και στην πραγματικότητα δεν θυμάται να είχαν αρρωστήσει ποτέ. "Το χιόνι σκοτώνει τα μικρόβια" μονολόγησε και χαμογέλασε….!!
Φτάνοντας στο σπίτι, η πρώτη της δουλειά ήταν να πάει στο κελάρι. Γέμισε μια καράφα με κόκκινο κρασί, πήρε και ένα τσιγάρο από το πακέτο του συγχωρεμένου και έκατσε στην αυλή. Το άναψε και τράβηξε την πρώτη τζούρα.  Κοίταξε γύρω της το παλιό σπίτι μέσα στην ερημιά και οι σκέψεις της άρχισαν να τρέχουν πιο γρήγορα και από τα σύννεφα του ουρανού.
Πρώτη φορά που πάτησε το πόδι της σε αυτό το μέρος ήταν δεν ήταν 16 χρονών κορίτσι. Φυσικά κανείς δεν είχε ζητήσει τη γνώμη της για αυτόν τον γάμο. Απλά ένα πρωί, της ανακοίνωσαν ότι ο Σάββατο θα μετακόμιζε σε ένα άλλο χωριό και θα παντρεύονταν τον γιο του δασοφύλακα. Και από υπηρέτρια του πατέρα και των αδελφών της, έγινε υπηρέτρια του άνδρα της και της οικογένειάς του. Και ήταν μια πράγματι μεγάλη οικογένεια.
Η πεθερά της, ίσως ο πιο κακός άνθρωπος του χωριού, είχε κάνει 12 γέννες και της είχαν ζήσει τα οκτώ παιδιά. Τα τρία όμως είχαν διάφορα προβλήματα, άλλο κουφό, άλλο τυφλό…..! Ο πεθερός της, μεγάλος μέθυσος, κοιμόταν στο σταύλο για να μην βλέπει τη γυναίκα του και τα "ζαβά" όπως έλεγε. Εκείνη έπλενε, μαγείρευε και φρόντιζε για όλους τους. Χρόνια δεν είχε χορτάσει ούτε ύπνο, ούτε φαί. Μόνο φωνές, δουλειές, ξύλο και απάυτωμα.
Γιατί η οικογένεια είχε πολλά αγόρια και τον πάτερ φαμίλια! Ποτέ δεν έμαθε αν η πεθερά της την έστελνε επίτηδες στο σταύλο κάθε απόβραδο με διάφορες κάθε φορά δικαιολογίες. Ο γέρος άντεχε μέχρι τα τελευταία του να κάνει το κοκοράκι, και η μόνη διαθέσιμη πουλάδα εκεί γύρω ήταν η ίδια.
Τα χρόνια πέρναγαν και η οικογένεια αυξάνονταν, με τα δικά της γεννήματα. Έξι της έζησαν και μεγάλωσαν,  δύο χάθηκαν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους και άλλα δύο πέθαναν μέσα της. Πάντα τα θεωρούσε δικά της παιδιά και μέχρι σήμερα δεν μπορούσε να πει με σιγουριά ποιος ήταν ο πατέρας του καθενός.
Μόνο για τον μικρό της γιό ήξερε σίγουρα και για αυτό τον αγαπούσε τόσο. Πατέρας του μικρού ήταν ο μικραδελφός του άνδρα της. Ο άνδρας που αγάπησε…. Ήταν τόσο τρυφερός μαζί της και ο μοναδικός ίσως άνθρωπος που την αγάπησε πραγματικά.
Όμως ήταν γυναίκα του αδελφού του και το χωριό μικρό…  Λίγο μετά τη γέννηση του γιού τους, εκείνος έφυγε για την πόλη. Εκεί ζούσε μέχρι και σήμερα, ανύπαντρος.
Ποτέ δεν ζήτησε κάτι, ποτέ δεν την ρώτησαν αν θέλει κάτι. Για όλους ήταν πάντα η καθαρίστρια. Υπήρχε για να υπηρετεί, αγόγγυστα. Ο άνδρας της ήταν ίδιος ο πατέρας του και όσο τον γνώριζε τόσο τον εχθρεύονταν. Αλλά είχε μάθει να μη μιλάει.
Άλλωστε κι να μίλαγε δεν θα κέρδιζε τίποτε, μόνο μπελάδες και ίσως και ένα χέρι ξύλο παραπάνω. Με τα χρόνια άρχισαν οι κουνιάδοι της να παντρεύονται και να φεύγουν, έπειτα πέθανε ο πεθερός της και αυτό ήταν μεγάλη ανακούφιση…!! Συνειδητοποίησε τότε πως ο θάνατος ήταν λόγος χαράς.
Ο χρόνος την αντάμειψε για την υπομονή της. Σιγά σιγά το σπίτι άδειασε. Άλλοι πέθαναν, άλλοι παντρεύτηκαν και άλλοι απλώς μετακόμισαν. Και σήμερα, μετά από σχεδόν πενήντα χρόνια, επιτέλους εκείνη ήταν η μόνη και αδιαμφισβήτητη κυρά του σπιτιού. Όχι άλλες υποχρεώσεις, όχι άλλες διαταγές. Τους είχε ξεφορτωθεί όλους.
Ήταν ανάκατα τα συναισθήματά της. Από την μια ήταν μια άγρια, σχεδόν πρωτόγονη χαρά. Ένιωθε ότι είχε πάρει την εκδίκησή της. Από την άλλη όμως ήταν και μια αίσθηση θλίψης. Για τα χαμένα χρόνια της, για την χαμένη ζωή της. Το δειλινό την βρήκε τύφλα στο μεθύσι.
Είχε ξεχάσει κάθε αίσθημα πείνας ή κούρασης. Μόνο η καράφα γέμιζε και άδειαζε με ταχύς ρυθμούς. Στην ηλικία της και με άδειο στομάχι, η κατάσταση ήταν πια ανεξέλεγκτη. Χωρίς να καταλαβαίνει πια τι έκανε, βγήκε από την αυλόπορτα και άρχισε να ανηφορίζει στην πλαγιά του βουνού.
Εκεί, στην κορυφή  της πλαγιά συνήθιζε να πηγαίνει κάθε φορά που ένιωθε την υπομονή της να εξαντλείτε και κοίταζε κάτω, την πόλη. Πιο νέα ονειρεύονταν ότι τους παράταγε όλους και χάνονταν μέσα στην πόλη. Μα, τα όνειρα έμειναν όνειρα. Στην ίδια κορυφή στάθηκε και τώρα.
Κοίταξε την πόλη και έβαλε τα κλάματα…. Και τι δεν θα έδινε να γύρναγε τον χρόνο πίσω. Να ξαναγίνει νέα, να μπορεί να χαρεί την ζωή….  Έγειρε μπροστά, τα χαλίκια κάτω από τα πόδια της μετακινήθηκαν, το γερασμένο ξερακιανό  σώμα της ταλαντεύτηκε για ένα λεπτό και έπειτα… …γλίστρησε στο κενό.
Στην κηδεία, τα παιδιά της  ήταν απαρηγόρητα για το διπλό θανατικό στο σπίτι τους. Και όλοι οι συγγενείς και φίλοι δεν πίστευαν τι είχε συμβεί. Μια φωνή μόνο, ακούστηκε να λέει " Τον αγαπούσε πολύ τον άνδρα της και δεν άντεξε τον χαμό του!"