10222017Κυρ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Γράφοντας στο Κενό

Απρίλιος 2008 - φ.67

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 
Τα  πόδια  του  κρύωναν  και  οι  λίγοι  της  νύκτας  περαστικοί,  αδιάφορα  τον  προσπερνούσαν.
Και  σήμερα,  ναι  και  σήμερα,  είχε  σκύψει  χωρίς  και  ο  ίδιος  να  θυμάται  πάνω  από  πόσα  αντρικά  κορμιά,  κορμιά  μεθυσμένων,  άσχημα  κορμιά  ……..
Ανθρώπων  που  τα  προβλήματα  και  την  κρυφή  καταπιεσμένη  ηδονή  τους  ξέσπαγαν  επάνω  του.
Για  λίγα  χρήματα  που  σφικτά  στην  τσέπη  του  κρατούσε.
Κει  στην  γωνιά  της  μεγάλης  λεωφόρου  για  μια  βραδιά  ακόμη  τις  κοροϊδίες  είχε  υπομείνει.
Γύρισε  σπίτι  του,  έκλεισε  την  πόρτα  πίσω  του,  την  διπλοκλείδωσε,  φοβόταν ……  μα  πιο  πολύ  φοβόταν  τον  εαυτό  του.
Το  μικρό  σπίτι,  ενάμισι  όλο  και  όλο  δωμάτιο,  κρύο.
Ξάπλωσε  στο  κρύο  κρεβάτι,  έπιασε  και  με  τα  δυο  του  χέρια  το  κεφάλι,  πήγαινε  να  σπάσει,  δεν  μπορούσε  να  κοιμηθεί.
Οι  σκέψεις  και  σιγά,  σιγά  οι  θύμησες  άρχισαν  να  τον  συνεπαίρνουν  ………  τότε  που  ήταν  μικρό  παιδάκι.
Η  οικογένεια  του  στο  νησί,  από  τις  πιο  ευκατάστατες,  έμπορος  ο  πατέρας  του,  δύο  παιδιά,  αυτός  και  ο  μεγαλύτερος  αδερφός  του.
Από  μικρός,  ίσα  που  θυμόταν  τον  εαυτό  του,  ένιωθε  ξεχωριστός,  αποκομμένος  από  τους  υπόλοιπους  …….  υπόλοιπους.
Όσο  μεγάλωνε  τόσο  πιο  πολύ  η  κοροϊδία  και  η  απομόνωση  "η ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ του"  δεν  φρόντιζε  να  την  κρύψει  και  γιατί  άλλωστε.
Θυμήθηκε  όταν  η  μάνα  του  μπαίνοντας  ξαφνικά  στο  δωμάτιο  τον  είδε  ντυμένο  με  ένα  φουστάνι  της  πάνω  στο  κρεβάτι  (παιδί  ακόμα)  να  κοιτιέται  στον  καθρέπτη.
Το  είπε  το  μεσημέρι  στον  πατέρα  και  αυτός  τον  έδειρε.
Τον  έδειρε  και  δεν  θα  ήταν  το  μόνο  ξύλο  που  θα  έτρωγε  στην  ζωή  του.
Ξύλο  από  τους  δασκάλους,  από  τους  συμμαθητές  που  έβγαζαν  με  αυτόν  τον  τρόπο  τον  ανδρισμό  τους  επάνω  του.
Αλλά  και  αυτός  ο  αδερφός  του  τον  μισούσε,  ντρέπονταν  να  πει  ότι  αδερφό  τον  είχε,  με  κάθε  ευκαιρία  τον  χτύπαγε,  τον  υποβίβαζε  και  στην  μητέρα  όλο  και  περισσότερα  για  αυτόν  έλεγε  (τον  πατέρα  τον  φοβόταν).
Ένοιωθε  ότι  η  αγάπη  του  αδερφού  στην  μάνα  ήταν  προσποιητή,  μόνο  συμφέρον  και  εκμετάλλευση.
Τέλειωσε  το  σχολείο  και  έφυγε,  δεν  μπορούσε  άλλο,  ένοιωθε  την  θηλιά  να  σφίγγει  όλο  και  πιο  πολύ  γύρω  από  τον  λαιμό  του,  το  νησί,  η  κοινωνία.
Όχι  …….  στην  Αθήνα  θα  χάνονταν,  θα  αναζητούσε  τον  εαυτό  του  στις  καθημερινές  χίμαιρες,  θα  ήταν  η  θηλυπρέπεια  πια  η  δουλειά  του,  ο  τρόπος  για  να  ζει,  για  να  ικανοποιεί  τις  αισθήσεις  του.
Τα  χρόνια  περνούσαν,  πρώτα  "έφυγε"  ο  πατέρας  του,  το  έμαθε  τυχαία,  κόντευε  πια  τα  σαράντα  και  έκανε  ότι  μπορούσε  για  να  το  κρύψει,  έπρεπε  το  νυκτοκάματο  να  βγει.
Έμαθε  και  για  την  μητέρα  του,  άρρωστη  πια  και  ανήμπορη  …….  τα  είχε  γράψει  όλα  στον  αδερφό  του,  τον  αγαπημένο  του  αδερφό!!!!!
Δεν  τον  ένοιαζε,  τον  ένοιαξε  όμως  όταν  έμαθε  ότι  η  μάνα,  η  μάνα  του  την  κτύπησε  εγκεφαλικό,  ο  αδερφός  ούτε  που  νοιάστηκε,  ξεκοκάλιζε  την  περιουσία  και  καλά  έκανε.
Αυτός,  αυτός  ένοιωσε  τι  έπρεπε  να  κάνει,  την  έβαλε  σε  ένα  καλό  γηροκομείο  στο  νησί.
Τα  φρόντισε  όλα  χωρίς  να  παρουσιασθεί  πουθενά  και  ανέλαβε  την  συντήρηση  της  από  την  εργασία  του,  "εργασία"  του,  την  έκδοση  του  καλύτερα,  την  έκδοση  του  κορμιού  και  της  ψυχής  του.
Πήρε  να  ξημερώνει,  το  κεφάλι  εξακολουθούσε  να  πονάει,  το  αποφάσισε,  θα  πήγαινε  στο  νησί,  θα  πήγαινε  να  δει  τη  μάνα  του  ύστερα  από  τόσα  χρόνια  απουσίας,  ναι  θα  το  έκανε.
Σηκώθηκε,  ήπιε  έναν  καφέ  και  ξεκίνησε  για  το  λιμάνι  φορώντας  μαύρα  γυναικεία  γυαλιά  και  προσπαθώντας  να  είναι  όσο  πιο  απόμακρος  γίνονταν.
Οι  άντρες  με  γυναικεία  ρούχα  δεν  κυκλοφορούν  το  πρωί,  μόνο  το  βράδυ  και  σε  σκοτεινές  γωνιές,  κάτι  σαν  τους  βρικόλακες  και  αυτός  εννιά  το  πρωί  βρίσκονταν  μέσα  σε  κόσμο.
Είχε  ξεχάσει  πια  το  φως  της  ημέρας  πως  είναι,  γύρω  του  άκουγε  χαχανητά,  πειράγματα,  αυτός  όμως  στο  λιμάνι  πήγαινε,  έβγαλε  το  εισιτήριο  και  χώθηκε  στην  καμπίνα.
Την  άλλη  ημέρα,  χαράματα  έφθασε  στο  νησί,  έξω  έβρεχε,  πήρε  ένα  ταξί  και  πήγε  κει  που  η  μάνα  ήταν.
Διέσχισε  το  μακρύ  μισοσκότεινο  διάδρομο,  μια  μυρουδιά  από  παλιό,  εγκατάλειψη  και  ούρα  τον  χτύπησαν  στην  μύτη.
Έφθασε  μπροστά  σε  μια  πόρτα  και  την  χτύπησε  "Τι  θα  ήθελε  η  κυρία  ;  "  τον  ρώτησε  μια  χοντρή  νοσοκόμα.
"Την  κυρία  ……….  " είπε,  προσπαθώντας  να  κάνει  όσο  πιο  γυναικεία  την  φωνή  του.
"Α,  το  νινί !"  του  είπε  αδιάφορα  (παραξενεύτηκε,  νινί !!!!!!).
"Περιμένετε"  του  είπε,  "Παίρνουν  το  πρωινό  τους  αλλά  θα  σας  την  φέρω,  είστε  συγγενής  της  ;",  απέφυγε  να  απαντήσει.
Αυτή  γύρισε  την  πλάτη  και  χάθηκε  στο  άλλο  δωμάτιο,  σε  λίγο  φάνηκε  σέρνοντας  μια  αναπηρική  καρέκλα,  πάνω  κάθονταν  μια  αδύνατη  γριούλα  με  άσπρα  μαλλιά  και  απλανές  ύφος.
Δεν  μπορεί,  δεν  ήταν  η  μάνα  του  αλλά  πάλι  τόσα  χρόνια  είχε  να  την  δει,  η  νοσοκόμα  άφησε  την  αναπηρική  καρέκλα  και  γύρισε  την  πλάτη  της,  κάποιος  την  φώναζε.
Ήθελε  να  τρέξει  κοντά  στην  μάνα  του,  αλλά  …….  τι  ήταν  αυτό  που  κρατούσε  στην  αγκαλιά  της,  ένα  ξεθωριασμένο  παλιό  λευκό  αρκουδάκι,  το  παιχνίδι  του,  ναι  το  αναγνώρισε,  το  παιχνίδι  που  με  αυτό  όταν  ήταν  μικρός  έπαιζε.
Το  βαστούσε  σφικτά  στην  αγκαλιά  της  και  τα  γαλανά  μάτια  της  ήταν  καρφωμένα  στο  πουθενά,  ενώ  ψέλλιζε  κάτι  σαν  "Νι  Νι  Νι"  (ήταν  τα  αρχικά  του  ονόματος  του).
Ένας  λυγμός  τον  έπνιξε,  δεν  είπε  τίποτα,  δεν  έκανε  τίποτα,  γύρισε  την πλάτη  και  έφυγε,  βγήκε  στην  βροχή,  πήρε  το  πρώτο  ταξί  που  μπροστά  του  βρήκε,  "Στο  λιμάνι!"  είπε  ξερά.
Σε  λίγη  ώρα  το  πλοίο  έφυγε,  η  Αθήνα  εκεί  ήταν,  σαν  τέρας  με  το  στόμα  ανοικτό  να  καταπιεί  αυτόν  και  τις  "άνομες"  πράξεις  του.
Έπρεπε  να  δουλέψει  για  τον  εαυτό  του  και  την  μάνα  "το  Νινί".
Αριστείδης  Κονίδης