09242017Κυρ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Με Φτερό και Μελάνι

Ζω, αισθάνομαι, αγαπώ,

αδιαφορώ και ονειρεύομαι σύμφωνα με τα "θέλω" και όχι σύμφωνα με τα "πρέπει".
Έφυγες. Ξαφνικά αλλά όχι απρόσμενα. Ήσυχα αλλά όχι ήρεμα. Έφυγες…. Και εγώ είμαι εδώ και  σε κοιτώ. Όχι εσένα. Κοιτώ το σώμα σου που έμεινε κοντά μας, μα όχι για πολύ ακόμη.  Το περίεργο είναι αυτό που νιώθω, ή μάλλον για την ακρίβεια, αυτό που δεν νιώθω. Τρομάζω με τον εαυτό μου. Θα έπρεπε να πονάω, θα έπρεπε να υποφέρω, θα έπρεπε…… Όμως τίποτε. Το απόλυτο τίποτε.
Κλείνω τα μάτια προσπαθώντας να θυμηθώ έστω μια φορά που να μου μίλησες γλυκά. Μία φορά που να με αγκάλιασες όπως όλες οι μητέρες αγκαλιάζουν τα παιδιά τους, μια φορά που να άκουσα από τα χείλη σου τη λέξη "σ’αγαπώ". Προσπαθώ, μα δεν θυμάμαι. Και δεν θυμάμαι γιατί πολύ απλά, ποτέ δεν υπήρξε. Ούτε μια φορά. Ούτε ένα "σ’αγαπώ", ούτε ένας γλυκός λόγος, ούτε μια αγκαλιά. Και μόνο αυτή τη στιγμή νιώθω ένα κόμπο στο λαιμό και αυτό το πάγωμα της απογοήτευσης.
Επιτέλους, μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια, είδα. Είδα πως τελικά δεν υπάρχει τίποτε. Ποτέ δεν υπήρξε. Τελικά, ποτέ δεν με αγάπησες. Ποτέ. Σε όλη μου τη ζωή περίμενα το τέλος. Είχα ακούσει ότι οι άνθρωποι, νιώθοντας το τέλος να σιμώνει, μαλακώνουν. Βγάζουν τις μάσκες και δείχνουν αυτό που κρύβουν στην καρδιά τους. Πίστευα λοιπόν, η αφελής, πως και εσύ νιώθοντας το τέλος να πλησιάζει θα μαλάκωνες. Ότι θα έβγαζες τη μάσκα.  Ότι θα μου μίλαγες χωρίς εγωισμό, χωρίς κακία, χωρίς απωθημένα. Αλίμονο όμως.…. Δεν φόραγες μάσκα!!
Τα παιδιά είναι λευκές κόλες που η ζωή δίνει στους ανθρώπους. Σε μια λευκή κόλλα μπορείς να σχεδιάσεις ένα παράδεισο, μπορείς όμως πολύ ευκολότερα, να δημιουργήσεις τις φρικτότερες εικόνες του κόσμου. Εσύ, στο πρώτο χαρτί που σου έδωσε η ζωή, δεν έφτιαξες παρά μόνο μουτζούρες, γραμμές αιχμηρές σαν καλό-τροχισμένες λεπίδες και λάθη, λάθη, λάθη. Το χειρότερο όμως δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν πως, μόλις μαύρισες κάθε χιλιοστό της κόλας και συνειδητοποίησες ότι δεν υπάρχει περιθώριο να κρύψεις το έργο σου,  μα ούτε και να το διορθώσεις, έκανες την κόλα  ένα κουβάρι και την πέταξες από το παράθυρο.
Αν πράγματι ήμουν χαρτί, θα είχα λιώσει από την βροχή. Όμως είμαι άνθρωπος και οι άνθρωποι δεν "εξαφανίζονται" τόσο εύκολα. Δεν μπορείς απλά να απαρνηθείς το δημιούργημά σου για να λυτρωθείς από τις ευθύνες του.
Βλέπω τα υπόλοιπα παιδιά σου. Πονάνε και πενθούν, το καθένα με τον τρόπο του. Σπαράζουν για τον χαμό. Έχασαν κάτι πολύτιμο, κάτι αγαπημένο. Εγώ δεν πονάω, δεν νιώθω απώλεια. Άλλωστε πώς να χάσω κάτι που ποτέ δεν είχα; Ευτυχώς δεν νιώθω ζήλεια για τα παιδιά σου. Δεν φταίνε εκείνα που τους έδωσες όσα σε εμένα αρνήθηκες. Είμαστε ομομήτριοι, και όμως είμαστε τόσο διαφορετικοί……. Εκείνα τα παιδιά του άνδρα  σου και εγώ το παιδί ενός ξένου. Εκείνα ευλογημένοι καρποί του γάμου, και εγώ καταραμένος καρπός μοιχείας. Εκείνα αξιοπρεπή πλάσματα και εγώ ένα μπάσταρδο.  Μα δε με νοιάζει πια. Δεν θα κάνω το δικό σου λάθος. Ζω, αισθάνομαι, αγαπώ, αδιαφορώ και ονειρεύομαι σύμφωνα με τα "θέλω" και όχι σύμφωνα με τα "πρέπει". Η ζωή μου θα καθορίσει την ταυτότητά μου και όχι η ταυτότητά μου την ζωή μου.
Δεν μένω άλλο εδώ. Δεν νιώθω ότι έχω κάτι να κάνω εδώ. Βγαίνω έξω και κοιτάζω τον ήλιο που λάμπει στον ουρανό. Ξαφνικά νιώθω πιο ανάλαφρη χωρίς να ξέρω γιατί. Οδηγώ για λίγη ώρα χωρίς προορισμό. Θέλω μόνο να νιώσω ελεύθερη. Να αναπνεύσω τον αέρα τόσο δυνατά μέχρι  να νιώσω τους πνεύμονές μου να πονούν, να εναλλάσσονται οι εικόνες γύρω μου με τέτοια ταχύτητα που να ζαλιστώ!  Τρέχω στις κόρες μου. Τις αγκαλιάζω σφικτά σφικτά και ξέρω  πως κάνω το σωστό. Ο χρόνος είναι πολύτιμος και δεν θέλω να τον χαραμίζω στα πόδια του θανάτου. Προτιμώ να τον αφιερώνω στη ζωή. Κοιτώ μπροστά και όχι πίσω. Ποτέ πια πίσω. Θέλω να προλάβω να δείξω την αγάπη μου σε όσους την αξίζουν. Θέλω να πάρω και εγώ από τους γύρω μου, την αγάπη που δεν πήρα από εσένα. Και το κυριότερο, θέλω όταν οι κόρες μου θα κοιτάζουν το δικό μου σώμα μέσα στο φέρετρο, να μην χρειαστεί να προσπαθήσουν για να θυμηθούν την αγάπη της μητέρας τους.
Σοφία Τσουρλάκη