07242017Δευ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Με Φτερό και Μελάνι

Σαν παιδί ήταν τόσο διαφορετικό από τα άλλα.

Υπέφερε όταν έβλεπε κάποιον ή κάτι να βασανίζεται. Όταν τα καλοκαιρινά απογεύματα οι συνομήλικοι της, κυνηγούσαν τζιτζίκια για να τους κόψουν τα φτερά, αυτή τα τρόμαζε γα να φύγουν μακριά και να σωθούν από την άκαρδη μοίρα που τους επιφύλασσε η σκληρή παιδική αθωότητα.
Όταν τα ανοιξιάτικα σαββατοκύριακα, η αδελφή της συνήθιζε να βγάζει στο μπαλκόνι τα μεγάλα βάζα της και να  θαυμάζει τις πολύχρωμες πεταλούδες της να ανοιγοκλείνουν τα φτερά τους, εκείνη  έψαχνε ευκαιρία να "ξεκλειδώσει" τις γυάλινες φυλακές και να ελευθερώσει τις μικροσκοπικές νεράιδες.
Γιατί για εκείνην, αυτό ήταν οι πεταλούδες!! Μικροσκοπικές, πανέμορφες νεράιδες.  Για εκείνην όλα τα πράγματα ήταν κάτι διαφορετικό από ότι έδειχναν. Ο απλοϊκός και σιχαμένος – για κάποιους – γαιοσκώληκας  για εκείνην ήταν ένας ακούραστος αγρότης που βοηθάει τη γη να αναπνεύσει.
Το μισητό ποντίκι, για εκείνην ήταν ένα αθώο και φοβισμένο πλασματάκι που χρειάζονταν τη βοήθειά της για να επιβιώσει. Ακόμη και αυτή η τόσο απειλητική  σφίγγα, που για όλους ήταν ένας ισχυρός εχθρός, για εκείνη ήταν ένα ακόμη πλάσμα που έχαιρε σεβασμού. Πίστευε βαθύτατα στον νόμο που λέει πως αν δεν ενοχλήσεις δεν θα ενοχληθείς.
Δεν φοβόνταν κανένα πλάσμα στον πλανήτη. Κανένα εκτός από τον άνθρωπο. Αυτό την έκανε μέρα με την ημέρα να κλείνεται στον εαυτό της. Δεν είχε φίλους, δεν ήταν κοινωνική. Δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τους ανθρώπους, ούτε να ανεχθεί τη βίαιη πλευρά του εαυτού τους. Μόνο τους γονείς της εμπιστεύονταν.
Σε εκείνους έδειχνε το πραγματικό της πρόσωπο. Τους μίλαγε για ξωτικά και πλάσματα αόρατα. Μπροστά τους μίλαγε ελεύθερα με τα φυτά της, και σε αυτούς  εξηγούσε την δική της κοσμοθεωρία. Στον μικρόκοσμό της δεν υπήρχε χώρος για βία. Δεν υπήρχε χώρος για κακία και μίσος. Όλα και όλοι συνυπήρχαν ειρηνικά και με αρμονία.
Και οι γονείς της γέλαγαν με την λογική  του παιδιού τους. Γέλαγαν μέχρι την εποχή της εφηβείας. Από τότε άρχισε να παρατηρεί την αλλαγή τους.
Τώρα πια όταν την έβλεπαν να δακρύζει στη θέα ενός κακοποιημένου πλάσματος, όταν την έβλεπαν να ξεσπά σε λυγμούς βλέποντας στην ειδήσεις σκηνές πολέμου και συγκρούσεων, δεν χαμογέλαγαν. Όταν  χάνονταν με τις ώρες στον ονειρικό της κόσμο, του έβλεπε να σιγοψιθυρίζουν σχεδόν απελπισμένοι.
Τους αγαπούσε τους γονείς της και δεν ήθελε να τους πληγώνει. Όμως ούτε ενάντια στη φύση της μπορούσε να πάει. Προσπάθησε δεκάδες φορές να εξηγήσει στη μητέρα της πως όλα ήταν εντάξει. Πως το διαφορετικό δεν είναι απαραίτητα και λάθος. Και κυρίως πως η ευθύνη δεν ήταν δική τους. Δεν είχαν κάνει κάτι λάθος όπως πίστευαν.
Έπρεπε απλά να καταλάβουν ότι το παιδί τους ήταν διαφορετικό. Προσπάθησε σκληρά να γίνει "κανονική". Όμως δεν μπόρεσε.  Από τις δουλειές που έβρισκε κατά καιρούς έφευγε πολύ σύντομα, είτε γιατί κάποιος θα της μίλαγε άσχημα, είτε γιατί αυτά που της ζητούσαν να κάνει συχνά αντίβαιναν τις προσωπικές της αντιλήψεις περί ηθικής. Οι άνθρωποι "εκεί έξω" ήταν πολύ σκληροί.
Μόνο στο σπίτι της, στο παιδικό της δωμάτιο μπορούσε να νιώσει ασφαλής και ευτυχισμένη. Εκεί μπορούσε να χαμογελάει χωρίς λόγο χωρίς κανένας να την κοιτάζει περίεργα. Εκεί μέσα ο χρόνος δεν είχε σημασία. Τίποτε δεν είχε σημασία.
Θα πλησίαζε τα τριάντα όταν "ο μπαμπάς έγινε φως και επέστρεψε στην πηγή" όπως έλεγε. Στην κηδεία του φόρεσε το λευκό της φόρεμα και δεν δάκρυσε ούτε για μια στιγμή. Κανείς από τους συγγενείς δεν προσπάθησε καν να της αλλάξει γνώμη. Μόνο την κοίταζαν με συγκατάβαση.
Όση ώρα ο ιερέας έψελνε, εκείνη κοίταζε τον ουρανό – ήταν υπέροχη η καλοκαιρινή αυτή η ημέρα – και σιγοτραγούδαγε το αγαπημένο τραγούδι του μπαμπά της. Κάποια στιγμή ένιωσε το "κουράγιο" που όλοι  εύχονταν στην μητέρα της δεν ήταν ακριβώς για την απώλεια του νεκρού, αλλά για την ευθύνη της…όμως ως συνήθως δεν έδωσε σημασία.
Λίγες ημέρες αργότερα ήταν που η μητέρα της την πήγε "μια επίσκεψη". Αμέσως κατάλαβε ότι εκείνο τα μέρος ήταν κλινική. Δεν ήταν καθυστερημένη όπως όλοι πίστευαν, ήταν απλά διαφορετική.
Δεν ήθελε να ζήσει μακριά από το δωμάτιό της, δεν ήθελε να φυλακιστεί σε ένα ψυχρό άσυλο με άγνωστους ανθρώπους… Είχε τόσα όνειρα για τη ζωή της… Να ταξιδέψει, να ερωτευτεί, να κάνει πολλά όμορφα παιδιά που θα γελούν ευτυχισμένα…..
Από εκείνη την "επίσκεψη" είχε περάσει πολύς καιρός. Πόσος ακριβώς δεν ήξερε. Ούτε την ενδιέφερε. Ο κόσμος της πια ήταν το σιδερένιο της κρεβάτι. Το μεγαλύτερο ταξίδι που είχε κάνει εδώ και χρόνια, ήταν μέχρι την μεγάλη αυλόπορτα.
Ποτέ δεν ήρθε ο πρίγκιπας που θα  την σώσει και εκείνη θα τον ερωτευτεί. Ποτέ δεν απέκτησε παιδιά που θα τρέχουν γύρω της γελώντας ευτυχισμένα…. Όλες οι ημέρες ήταν τραγικά ίδιες μεταξύ τους, όλα τα πρωινά ήταν σαν κακή επανάληψη βαρετής ταινίας.
Είχε πάψει πια να ονειρεύεται, να γελάει και κυρίως να μιλάει. Είχε πάψει να πιστεύει σε νεράιδες και ξωτικά. Είχε πειστεί πως μόνο ο σκληρός αυτός κόσμος υπάρχει και τίποτε άλλο. Το μόνο που έλπιζε πια ήταν να "φύγει". Να πάει εκεί που θα μπορούσε να είναι ο εαυτός της χωρίς να την τιμωρούν για αυτό. Χωρίς χαπάκια που θα τις μουδιάζουν το μυαλό. Χωρίς ουρλιαχτά από τους διπλανούς κοιτώνες.
Αυτό σκέπτονταν και τώρα, καθισμένη στο παράθυρο. Έξω έβρεχε και εκείνη μέτραγε τα δευτερόλεπτα που η κάθε σταγόνα έμενε επάνω στο παγωμένο γυαλί. Πόσος χρόνος ζωής τους έμενε. Πόσος χρόνος ζωής της έμενε.
Άξαφνα το δωμάτιο γέμισε χρώματα και την ευωδιά εκείνη που είχε ο κήπος της σαν ήταν παιδί. Έστρεψε το βλέμμα της και είδε όλες τις πεταλούδες που κάποτε είχε σώσει να χορεύουν γύρω της.
Υπέροχη μουσική, που όμοιά της δεν είχε ακούσει ποτέ πότιζε το κάθε της κύτταρο και μπροστά της είδε τον πρίγκιπα ου τόσα χρόνια περίμενε. Λαμπερό και όμορφο…να της απλώνει το χέρι…. "Ήρθες" είπε άπλωσε το χέρι της να πιάσει το δικό του.
Μια νοσοκόμα την κοίταξε με έκπληξη  και σκουντώντας την συνάδελφό της είπε "Το άκουσες αυτό; Μίλησε η μουγκή" και πριν προλάβει να καταλάβει τι είχε συμβεί ένα κελαριστό γέλιο βγήκε από τα στήθη της "μουγκής", ένα γέλιο που ξεχύθηκε στον ουρανό μαζί με την ψυχή της. Που για πρώτη και τελευταία φορά ένιωσε ελεύθερη!
Τσουρλάκη Σοφία