06242017Σαβ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Τροχιοδεικτικά Πυρά

Τροχιοδεικτικά Πυρά / Μάιος 2009 - φ.79

Οι δρόμοι του πουθενά…
 
 Φαφούτης ήλιος από το πρωί σήμερα. Μπαινοβγαίνει από τις χαραμάδες των κλειστών παραθύρων πηγαινοφέρνοντας λάμψη. Αναβρασμός επισκεπτών στους ορόφους της μουχλιασμένης πολυκατοικίας.
 Δραστήρια άτομα που αναζητούν εργασία πίσω από τηλεφωνικές συσκευές όπου με ευελιξία κι αυτοπεποίθηση προσφέρουν αστρολογικές λύσεις σε λογικά ζητήματα.
 
Καλές αποδοχές αναλόγως προσόντων. Ευχάριστο περιβάλλον. Στα ποντίκια, τις κατσαρίδες και τη μούχλα έχει απαγορευθεί η είσοδος. Με διαρκή εκπαίδευση μαθαίνεις αργότερα να τα εξοντώνεις αφ’ εαυτού για παν ενδεχόμενον.
 
Με την ίδια λογική, αυτήν της διαρκούς εκπαίδευσης, γίνεται κι η κατήχηση των προσήλυτων στον από κάτω όροφο. Ακούω, καθώς κατεβαίνω από τις σκάλες, ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού κατά την ενανθρώπησή Του προσέλαβε μεταπτωτική ανθρώπινη φύση με όλες τις αδυναμίες της. Da Vinci code. Συνεχίζω την κάθοδο.
 
Η Ντία, η χαρισματική μέντιουμ και χαρτορίχτρα από την Ανατολή, που με έχει συμπαθήσει μου συστήνει να αποφύγω τις κινήσεις για ένα διάστημα. Όσο είναι ο Ήλιος, ο Ερμής κι ο Κρόνος στον Καρκίνο. Γενικώς να προσέχω. Εξ ου και κατεβαίνω με τα πόδια της λέω. Κ
 
αι συνεχίζει ν’ απολαμβάνει το τσιγαράκι της. Στο καλό ομορφόπαιδο, με κατευοδώνει αναστενάζοντας. Είναι θεόστραβη, άλλωστε στη δουλειά της δεν απαιτείται όραση αλλά ενόραση. Ισόγειο με την ευχή της παραμάσχαλα να λειτουργεί σαν φωτάκι νυκτός στον κατασκότεινο χώρο. Κλείνετε την πόρτα όταν εισέρχεστε ή εξέρχεστε.
 
Συμμορφώνομαι όπως πάντα. Βγαίνω στην έρημη στοά των ανωνύμων εταιρειών και περπατώ προς την Αιόλου. Στρίβω αφήνοντας πίσω την Ακρόπολη και κατευθύνομαι προς την ακάλυπτη θέα της Αχαρνικής οδού και των ταφών.
 
 Οι γνωστοί άγνωστοι έχουν ήδη πάρει θέση στα πόστα τους. Ο dealer που καπνίζει τάχα μου αδιάφορος, ο πρώτος Αφρικανός έμπορος που έχει ήδη απλώσει τα συμπράγκαλά του, τα σκυλιά, ο λαχειοπώλης με ολόκληρο το επτά, μια πουτάνα που έφυγε από την πλατεία Θεάτρου κι ήρθε για να φάει αμέριμνη ένα σάντουιτς, ο γνωστός μπάτσος με πολιτικά που παριστάνει τον κουλουρά, ένα πρεζόνι που περιμένει το καμπανάκι να ξεκινήσει η συνεδρίαση.
 
Φυσάει κάμποσο κι η αυτοσχέδια κουβέρτα από χαρτόνι ξεστρώνεται δημιουργώντας εκνευρισμό σ’ έναν άστεγο. Μια μπουκάλα φτηνό κρασί ανεβοκατεβαίνει στα χείλη του παρηγορώντας τον. Ο αέρας στροβιλίζεται κατά τόπους ξεσηκώνοντας ελαφριά αντικείμενα όπως χαρτιά, αποτσίγαρα, σελίδες από αθλητικές εφημερίδες, αποκόμματα καρτοκινητής τηλεφωνίας, σκουπίδια γενικώς.
 
Στρέφω τη ματιά μου στον περιφραγμένο χώρο της ανασκαφής προσπαθώντας να διακρίνω στο ημίφως ανάλογες περιδινήσεις. Τίποτα. Οι νεκροί με τους νεκρούς κι οι ζωντανοί με τα σκουπίδια τους. Μπαίνω στη Γεωργίου Σταύρου κι ακούω το καμπανάκι του dealer που σηματοδοτεί την έναρξη διαπραγμάτευσης των ρευστοποιήσιμων ουσιών.
 
Χρηματιστήριο εμπορευμάτων με option μιας άλλης ζωής. Είμαι ήδη στη Σταδίου κι η διαδρομή προς το Σύνταγμα είναι συντεταγμένη. Περπατώ μηχανικά όπως άλλοι αναπνέουν. Ξέρω τι θέλω, αλλά δεν γνωρίζω ακόμα εξ ονόματος ποίου επιθυμώ.
 
Δεν αναρωτιέμαι, τουλάχιστον όσο κάτι συμβαίνει με τους πλανήτες στον καρκίνο. Στο κατάστημα ηλεκτρικών συσκευών η τεράστια plasma οθόνη αναμετριέται με τους περαστικούς.
 
Ένα μπράντεφερ τακτικής όπου σημασία δεν έχει η δύναμη αλλά η πειθώ. Ε ψιτ! Σε σένα μιλάω! Μην κάνεις ότι δεν με βλέπεις. Δεν μπορείς να ξεφύγεις, δεν είναι στο χέρι σου, είσαι δικός μας, είσαι όπως κι οι υπόλοιποι, ένας μέσα στην ανωνυμία των πολλών. Ότι και να κάνεις χαμένος είσαι. Δεν μπορείς να ξεφύγεις, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει.
 
 Όσο μια οθόνη μεγεθύνει την παρουσία μας τόσο σμικρύνεται η δική σου. Όσο να τελειώσει το λογύδριο πλύσης νοημάτων έχω φτάσει στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Τα σκυλιά που παίζουν, το ένα που κατουράει, εγώ που θέλω να κάνω το ίδιο, ο άστεγος που κοιμάται στο παγκάκι, ένας τύπος που καθισμένος στο άλλο παγκάκι μιλάει στο τηλέφωνο. Σώβρακο, φερμουάρ, έφυγα.
 
Ο καθένας τη δουλειά του κι όλοι απόμακροι. Σκυθρωπές φιγούρες, βιαστικά πατήματα, μία κατεύθυνση. Ένα κλουβί με κάγκελα τηλεόρασης. Τρέχω να μπω στο μετρό. Υπογείως αισθάνομαι καλύτερα. Φοράω τα γυαλιά που μου εξασφαλίζει ένα εισιτήριο και βλέπω όλο το παιχνίδι ζωντανό από μια θέση ορθίων στο συρμό με κατεύθυνση το γήπεδο.
 
 Ο χαρακτηριστικός ήχος επικύρωσης του εισιτηρίου. Σαν να γαζώνει φερμουάρ μια ραπτομηχανή. Φερμουάρ για παντελόνια εργασίας. Κάτι τουρίστες μ’ ένα χάρτη παραμάσχαλα αναζητούν τη στάση που βγάζει Πλάκα. Με δύο αγίους στα άκρα του το μετρό αποπειράται να ξορκίσει χιλιάδων ετών ιστορία. This way please, Acropolis station.
 
Ορμάω στις κυλιόμενες σκάλες και χάνομαι.