06242017Σαβ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Τροχιοδεικτικά Πυρά

Τροχιοδεικτικά Πυρά / Ιούλιος-Αύγουστος 2009 - φ.81

Τα μπάνια του λαού…

Να σου πω κάτι γιατρέ; ελεύθερα! Δεν σε γουστάρω! Θεωρώ τη δουλειά σου άχρηστη κι εσένα και τους ομοίους σου παράσιτα της κοινωνίας… δεν θα πεις κάτι; Όχι, συνέχισε. Δηλαδή συμφωνείς!

Ούτε. Μα πάρε θέση, βρίσε με, κάνε κάτι! Αυτό θέλεις; αυτό που θέλω είναι ν’ αντιδράσεις σε μια κατηγορία εναντίον σου. Μα δεν είναι κατηγορία, η άποψή σου είναι. Τώρα αυτό που γίνεται δεν είναι αντιδεοντολογικό; ε και; μήπως δεν είναι και το να με αποκαλείς παράσιτο; ναι αλλά εγώ πληρώνω για να με ακούς όχι για ν’ ακούγεσαι εσύ! Τα βλέπεις λοιπόν; τα ρέστα μου γιατρέ… εν πάση περιπτώσει, κάτι θυμήθηκα τώρα. Σ’ ακούω. Παλιά, φοιτητής ήμουν, δούλευα σε μια βιοτεχνία αλουμινίου.

Πιάναμε δουλειά στις επτά και τελειώναμε τρεις το απόγευμα. Στις έντεκα είχαμε είκοσι λεπτά διάλειμμα για κολατσιό. Έμπαινα καθαρός κι έβγαινα μέσα στη βρώμα. Μουτζούρα κι ιδρωτίλα γινόντουσαν μάσκα ομορφιάς. Έτσι έλεγε ο επιστάτης. Ομορφαίνει το μέσα σας ο κάματος ζωντόβολα!

Αρκεί να κρατάτε ζωντανές τις εμπειρίες και να μην τις πνίγετε σε ατμόλουτρα όταν γυρνάτε σπίτι σας. Δεν ξέρω γιατρέ. Μπορεί να είχε και δίκιο. Όλοι εκεί μέσα, οι περισσότεροι δηλαδή, ήμασταν φοιτητές. Φτωχαδάκια βιοπαλαιστές από την επαρχία που έβγαζαν ένα μεροκάματο για να τα φέρνουν βόλτα στην πρωτεύουσα. Μόνο εγώ ήμουν Αθηναίος. Θυμάμαι τον επιστάτη.

Καλός άνθρωπος ήταν. Καημό το είχε που τα παιδιά του δεν είχαν σπουδάσει. Δεν τα έπαιρναν τα γράμματα, νόμιζα, μας έλεγε. Και τα άφησε να κλωτσάνε ένα τόπι μπας και βάλουν έτσι γκολ στη ζωή τους. Κατέληξαν εργάτες όπως κι ο ίδιος.

Λάθος μεγάλο! Δεν υπάρχει παιδί που να μην τα παίρνει τα γράμματα! Υπάρχουν μόνο γονείς ανεύθυνοι κι ανεπρόκοποι να συναισθανθούν την σπουδαιότητα του ρόλου τους! Άκου γιατρέ τι έλεγε ο επιστάτης! Σαν παιδιά του μας είχε! Και μας έβαζε τις φωνές συνεχώς!

Άλλο ήθελα να πω όμως. Πάντως τώρα που το σκέφτομαι όλοι προκόψαμε όσοι περάσαμε από κει μέσα! Θα μπορούσες να πεις ότι ο χειρότερος ήμουν εγώ. Ήμουν ο πιο τεμπέλης βλέπεις. Τέλος πάντων. Όλο φεύγω από το θέμα μου όμως. Όταν γυρνούσα σπίτι το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να χωθώ στο μπάνιο.

 Βιαζόμουν να βγάλω τη βρώμα από πάνω μου. Θυμάμαι το νερό να γίνεται μαύρο γιατρέ μου. Σαπουνιζόμουν και μετά βυθιζόμουν στη μπανιέρα. Μούλιαζα μέσα στο βρώμικο νερό. Μετά έβγαζα την τάπα και φανταζόμουν πως μαζί με το νερό φεύγει για το βόθρο κι η κούραση μου. Ωραίο συναίσθημα. Δεν σου είπα όμως το καλύτερο. Το κεφάλι μου το έλουζα στο τέλος.

Δύο χέρια το πέρναγα. Λες κι ήταν τοίχος και του άλλαζα χρώμα. Στο πρώτο λούσιμο τα χέρια μου γινόντουσαν σταχτιά. Το σαμπουάν άλλαζε χρώμα στο κουραδί. Στο ξέβγαλμα κρυβόταν η απόλυτη ηδονή. Καθώς  έβλεπα να πέφτουν οι σαπουνάδες στο σώμα μου με ταχύτητα προς τα κάτω. Χυνόντουσαν βιαστικά από το κεφάλι στα πόδια μου.

Ενδιάμεσα με γαργαλούσαν καθώς κυλιόντουσαν στην κοιλιά και τα παπάρια μου. Πάντα μου σηκωνόταν γιατρέ μου. Ενίοτε τον έπαιζα κιόλας. Ως εδώ όμως. Τι ήθελα να πω; ξέχασα. Α ναι. Ο ήλιος λάμπει. Όχι, σιγά που λάμπει, καρεκλοπόδαρα ρίχνει. Να γράψω ο ήλιος έλαμπε. Ούτε. Σκατά.

Ψάχνω εισαγωγή γιατρέ μου. Ο ουρανός εν αιθρία γέμει αστέρων. Καλό. Αλλά πάλι φέρνει σε νύχτα και φοβάμαι μη νυστάξει ο αναγνώστης. Ο ήλιος λάμπει και τ’ άστρα ροχαλίζουν. Μπα. Δεν ξέρω αν έχεις καταλάβει γιατρέ μου αλλά τελευταία ζορίζομαι πολύ με το γράψιμο. Προσπαθώ να ξεκινήσω ένα βιβλίο αλλά εις μάτην. Ψάχνω αρχή και δεν μου βγαίνει. Δεν ξέρω τι να κάνω.

Διατελώ εν συγχύσει που λέμε. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί φεύγω από το ένα θέμα και πηγαίνω στο άλλο. Σου έλεγα όμως για τότε που δούλευα εργάτης σε μια φάμπρικα. Με το νερό που γαργαλούσε τ΄ αρχίδια μου καθώς πλενόμουνα στο γυρισμό.

Λοιπόν γιατρέ μου ξέρεις κάτι; είναι μια από τις πιο σπαρακτικές αναμνήσεις μου. Πόσο θα ήθελα να την ξαναζήσω! Και πόσο ψέματα αντιλαμβάνομαι ότι λέω! Δεν ξέρω αν σου έχει συμβεί, εμένα μου συμβαίνει συχνά. Πράγματα που με συγκινούν ταυτόχρονα με κάνουν να προσποιούμαι ότι. Τρελό έτσι; τι να φταίει λες; μ’ αρέσει να παρασταίνω τον ταλαιπωρημένο, τον βασανισμένο, τον γεμάτο εμπειρίες διανοούμενο. Ήμουνα τότε εκεί κι έκανα αυτά και τόσα άλλα.  Πάντως κι εσύ δεν είσαι καλύτερος…

συναναστρέφεσαι με βαρεμένους… μας ακούς και προσπαθείς να δεις γιατί λάσκαρε η βίδα μας και πήρε νερό ο κινητήρας μας… έτσι δεν είναι; Όχι… δεν μ’ ενδιαφέρει το γιατί αλλά το πώς θα αποκατασταθεί η ζημιά… ώστε το παραδέχεσαι ότι είμαι βαρεμένος;

Αν το πιστεύεις εσύ δεν θα διαφωνήσω, αν θέλεις τη γνώμη μου πάντως δεν είσαι, απλώς εξακολουθείς να χρειάζεσαι έναν επιστάτη στη ζωή σου για να σε φέρνει ενώπιον των ευθυνών σου… επιπόλαιος είσαι, συμφεροντολόγος, εαυτούλης που κρύβεσαι από την κούραση, από την προσπάθεια, κατηγορώντας το σαπούνι ότι δεν ξεπλένει καλά τις ενοχές σου…

Κι εσύ γιατρέ δηλαδή είσαι καλύτερος; Όχι, αλλά εγώ το ξέρω, το παραδέχομαι και φρόντισα μεγαλώνοντας να μην παραμείνω ζωντόβολο που μέσα σε μια "μπανιέρα" μαλακίζεται…

Κωνσταντίνος Ε. Γυπαράκης