10182017Τετ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Εικόνες-Βιβλία... από το Περίπτερο

Με σημαίες και με ταμπούρλα και με μπίρες

Αν μερικοί  δεν πήραν χαμπάρι για το τι γινόταν επί δικτατορίας επειδή "μελετούσαν", η Εριέτα, η ηρωίδα της Νίκης Τρουλλινού στο Μ΄ ένα καφάσι μπίρες, είχε άγνοια επειδή όλο εκείνο το διάστημα κεντούσε. ΄Ετσι την είχε προγραμματίσει η οικογένειά της, στα Χανιά: να γίνει καλή νοικοκυρά και αφοσιωμένη (δηλαδή υποταγμένη) σύζυγος.
"Εσύ δεν θα σπουδάσεις" της είχε δηλώσει ο πατέρας της, παραχωρώντας της μόνο την άδεια να μάθει ξένες γλώσσες, που θα ήταν χρήσιμες ενόψει της διαγραφόμενης ραγδαίας τουριστικής ανόδου του νησιού. Παλιός και ταλαιπωρημένος κομμουνιστής, γύρισε από την εξορία απαυδημένος από πολιτική και ιδεολογίες και ρίχτηκε στις επιχειρήσεις (πρώτα ψιλικατζίδικο με τηλέφωνο "δια το κοινόν", έπειτα προμηθευτής μπίρας και κρασιών), αποφασισμένος να πάρει το μερτικό του από την ανοικοδόμηση και την οικονομική ανάπτυξη τις πρώτες μετεμφυλιακές δεκαετίες, με ντεμί δημοκρατία ή με χούντα.
Έτσι, η Εριέτα έζησε ώς τα σαράντα της μακριά από τον κόσμο και τον εαυτό  της. Μικροπαντρεμένη με έναν συντοπίτη  και περίπου συνομήλικό της χημικό (που κάποιες περίεργες, κρυφές ιστορίες συνέδεαν το σόι του με το δικό της), έγινε οικιακό σκεύος και διακοσμητικό εξάρτημα της καριέρας του, η οποία τον κρατούσε διαρκώς απασχολημένο στο ένα ή το άλλο εργαστήριο, στο ένα ή το άλλο συνέδριο, στη μια ή την άλλη γωνιά του πλανήτη. ΄Ωσπου, εκεί γύρω στα σαράντα, η Εριέτα έκανε την επανάστασή της. Μη φανταστεί κανείς τίποτα το θυελλώδες.
Πολύ απλά, άρχισε να διαβάζει. Μέσα από τα βιβλία ανακάλυψε όλα εκείνα που της  είχαν λείψει, προπαντός αφουγκράστηκε  τις βαθύτερες ανάγκες και  επιθυμίες της, καταχωνιασμένες  ώς τότε στα έγκατα της ψυχής της  για χάρη του κοινωνικού ρόλου που έπρεπε να υποδύεται. Και με τον τρόπο αυτό απέκτησε τα απαραίτητα εσωτερικά ερείσματα για να προχωρήσει στη ζωή της στηριγμένη πια στις δικές της δυνάμεις.
Θα μπορούσε κανείς να νομίσει πως έχουμε να κάνουμε με άλλο ένα μυθιστόρημα "γυναικείας ευαισθησίας", καθώς μάλιστα η Εριέτα μιλάει για τη ζωή της με το χαρακτηριστικό εκμυστηρευτικό ύφος τέτοιων αφηγημάτων, καταθέτοντας αναδρομικά τα βιώματά της σ΄ ένα εικονογραφημένο σχολικό τετράδιό της (πράξη ασφαλώς συμβολική), με νοερό αποδέκτη της εξομολόγησής της τον γιο της. Αλλά η πρώτη αυτή εντύπωση είναι απατηλή. Παρά τους χαμηλούς τόνους του μυθιστορήματος, παρά την απουσία κορυφώσεων και δραματικών καμπών σε επίπεδο πλοκής, η Τρουλλινού κατορθώνει, σχεδόν ανεπαίσθητα, να συνθέσει το δυναμικό πανόραμα της ελληνικής κοινωνίας, ιδίως της επαρχιακής, στη μεταπολεμική πορεία της προς τον μικροαστικό "εκσυγχρονισμό", δίνοντας έμφαση στις ψυχικές ματαιώσεις και τις υπαρξιακές απώλειες που τον παρακολούθησαν.  
Πράγματι, η τόσο παθητική Εριέτα μοιράζεται με τους άλλους, πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες της γενιάς της - τον άνδρα της Στέφανο, απολιτικό, φιλόδοξο και εργασιομανή, τον κουνιάδο της Θωμά, αριστερό αγωνιστή, που θα καταλήξει εργολάβος στη Μέση Ανατολή- κάτι βαθύτερο από τις διαφορές τους: έζησαν όλοι έξω από τον εαυτό τους, σαν μαριονέτες της Ιστορίας ή του συλλογικού ήθους του χώρου τους, με την ψυχή
τους λογοκριμένη, αποκλεισμένη από το αέναο κυνήγι της επιτυχίας και την αγχώδη προσπάθεια προσαρμογής στα πρότυπα συμπεριφοράς που όριζε γι΄ αυτούς η κοινωνία τους, η τάξη τους, το επάγγελμά τους ή η πολιτική ομάδα τους.
Αλλά μήπως  το ίδιο δεν ισχύει και για την προηγούμενη γενιά, που στο μυθιστόρημα αντιπροσωπεύεται από χαρακτήρες όπως ο πατέρας της Εριέτας, η μητέρα της, η πεθερά της; Απωθώντας όσες παρορμήσεις και συναισθήματά τους θα μπορούσαν να απειλήσουν τη σύντηξή τους με τον ρόλο τους, έζησαν σε μια ψυχική εξορία, παγιδευμένοι σ΄ εκείνο το χαρακτηριστικό για την ελληνική κοινωνία μείγμα μικροαστικής αντίληψης για την πρόοδο και αρχαϊκού, άκαμπτου συντηρητισμού. Ακόμα και η θεία Μπέσι, από το σόι του άνδρα της Εριέτας, η μόνη που τόλμησε να συγκρουστεί με τον κομφορμισμό του περιβάλλοντός της και ακολούθησε τον δικό της δρόμο, με το να γίνει ασυρματίστρια στα καράβια, δεν γνώρισε την ευτυχία ούτε κατάφερε να απαλλαγεί εντελώς από τα καταγωγικά στερεότυπα για τις ανθρώπινες σχέσεις.
ΤΑ ΝΕΑ / 17 Απριλίου 2009
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ