11202017Δευ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Γράφοντας στο Κενό

Φύλλο 86 - Ιανουάριος 2010

Ένα εκατομμύριο εκατόν μία χιλιάδες εκατόν μία δρχ. και δέκα λεπτά

 

Χρόνια περίμενε για τη σύνταξη, θα 'ταν η λύτρωση γι' αυτόν, η ξεκούραση, η ελευθερία.

Κάθε μέρα, ίδια ώρα, το χτύπημα του ξυπνητηριού οριοθετούσε την έγερση για την εκκίνηση της μονότονης εργασίας. Μονότονη δεν είναι άραγε η δουλειά του υπαλλήλου;

 

Όσο και να προσπαθούσε να βρει κάτι το διαφορετικό σε αυτήν, πάντα κατέληγε στο κλείσιμο των ίδιων βιβλίων κάθε μεσημέρι, το προσεκτικό στοίβαγμά τους στην άκρη του γραφείου, ο αποχαιρετισμός με τους υπόλοιπους συναδέλφους και ο ίδιος δρόμος της επιστροφής. Πράγματα μηχανικά, καθημερινά, ίδια.

 

Μπήκε στον τελευταίο χρόνο της δουλειάς. Δεν το πίστευε! Και όπως για τον πρώτο του μισθό υπερηφανευόταν, έτσι και τώρα ένιωθε ότι έπαιρνε πόντους, ψήλωνε με το να λέει ότι μετρά λίγους μήνες από τη λύτρωσή του στους καινούργιους παρ' αυτόν καθήμενους.

 

Και έτσι έφτασε η πολυπόθητη μέρα που προσεκτικά πάλι τακτοποίησε τα χαρτιά στο γραφείο του για να το παραδώσει σαν σκυτάλη στον επόμενο “δρομέα” που θα τον αντικαθιστούσε.

 

Ακολούθησε η καθιερωμένη σεμνή γιορτή και χωρίς δάκρυα στα μάτια απομακρύνθηκε από τον τόπο του “μαρτυρίου” του, φοβούμενος μην αλλάξουν γνώμη και τον κρατήσουν.

 

Οι πρώτες μέρες κύλησαν υπέροχα. Βρισκόταν ακόμα στην προσπάθεια της κατανόησης της ελευθερίας του. “Πάει, σας έφυγε το πουλάκι!”, έλεγε γελώντας και καμάρωνε.

 

Το ξυπνητήρι δεν χτύπαγε πια την καθιερωμένη ώρα. Αυτός όμως από συνήθεια, την “άτιμη” συνήθεια των 32 χρόνων, σηκωνόταν νωρίς, πείθοντας τον εαυτό του ότι το έκανε γιατί καμάρωνε τον ερχομό της νέας μέρας.

 

Ο πρώτος χρόνος κόντευε να τελειώσει, όταν το βράδυ “κατά τον ύπνον”, όπως λένε και οι γιατροί, άρχισαν τα όνειρα, ότι ήταν στην εργασία του, ότι είχε άλυτα προβλήματα και το πρωί τον έβρισκε να κάθεται ανακούρκουδα στο κρεβάτι σιγοψυθιρίζοντας: “1.101.101.10 !” (Ήταν ακόμα τότε οι παλιές καλές δραχμούλες...)

 

Η κατάστασή του άρχισε να γίνεται σοβαρή και έτσι ο γιατρός του “εσυνέστησε” τα πρώτα του αντικαταθλιπτικά χαπάκια. Ο ύπνος τον έπαιρνε πια προτού προλάβει να πει το …101.10, αλλά τα όνειρα, όνειρα!

 

Τα χρόνια περνούσαν. Πήγαινε στο γραφείο του, καθόταν στην παλιά του θέση και έπινε καφέ με τους συναδέλφους του. Είχε αρχίσει η νοσταλγία μαζί με το πρώτο χαπάκι για την πίεση, ύστερα το δεύτερο για την πίεση γιατί δεν έφτανε μόνο το πρώτο, ύστερα για το ουρικό οξύ, ύστερα για εκείνα τα φουσκώματα στο στομάχι. Κατάντησε κινητό φαρμακείο, όπως τον κορόιδευαν στο σπίτι.

 

Τα αντικαταθλιπτικά δεν τον έπιαναν πια. Τώρα προχωρούσε στο δρόμο και έλεγε “1.101.101.10 !”, ακόμα και σε εκείνους που τον χαιρετούσαν.

 

Στην κλινική που νοσηλεύτηκε, του φέρθηκαν καλά. Δεν ήταν επικίνδυνος, εξ άλλου και άλλοι σαν κι αυτόν ήταν μαζί του. Να, ο πλοίαρχος συνέχεια υπολόγιζε σε ναυτικά μίλια τις αποστάσεις στο προαύλιο του νοσοκομείου, ο δε εφοριακός έκοβε ένα κομμάτι εφημερίδα νομίζοντας ότι έκοβε διπλότυπο με πρόστιμα.

 

Ύστερα από λίγο καιρό, τον άφησαν. “Έγινε καλά”, είπαν. Το μέτρημα, όμως, μέτρημα, καθώς και τα χαπάκια, ατελείωτη σειρά από μικρά, χρωματιστά, διαφόρων σχημάτων. Έτσι κύλησε η ζωή, μέχρι τον ένδοξό του θάνατο.

 

Στεφάνια εστάλησαν πολλά στην κηδεία του, από την υπηρεσία του και από τους παλιούς του συναδέλφους, όσοι πια είχαν μείνει στη ζωή. Μόνο που σε ένα από αυτά, κάποιος μπαγάσας (“γνωστό-άγνωστο” πειραχτήρι) αντί για τα σχετικά, είχε γράψει: “1.101.101.10 !”

 

 

 

Αριστείδης Κονίδης