11202017Δευ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Γράφοντας στο Κενό

Η συνείδηση του Πινόκιο

Έχουν περάσει χρόνια από τότε. Από τότε που εργαζόμουν σ’ ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, από τότε που ήμουν νέος.

Μου άρεσαν κάθε Σαββατοκύριακο οι μακρινοί περίπατοι στην εξοχή έχοντας ένα κυνηγετικό όπλο στων ώμο πρόσχημα και αιτιολογία της βόλτας καθώς σχεδόν ποτέ δεν το χρησιμοποιούσα.  Το σακίδιο γέμιζε από αγριόχορτα που αποτελούσαν το λιτό βραδινό δείπνο.

Σε μια λοιπόν από τις εξορμήσεις μου αυτές τον συνάντησα.  Γεράκος, κοντούλης, αδύνατος, μάτια σπινθηροβόλα γιομάτα ζωντάνια, κοντό μουστάκι ένα τσιμπούκι στο στόμα και ένα καπελάκι στο κεφάλι.  Δεν ξέρω πώς μου ήρθε και τον ονόμασα έτσι ξαφνικά «η συνείδηση του Πινόκιο» και όντως ήταν σαν να έβγαινε από το ομώνυμο παραμύθι.

Μου μίλησε πρώτος. Γρήγορη ομιλία με τη χαρακτηριστική ντόπια προφορά, πλησίασε και κοίταξε το σακίδιο είδε  τα χόρτα και με ένα μικρό γελάκι είπε «έλα στο σπίτι να καθίσουμε και όταν είναι η ώρα θα σου πω που θα βρείς το λαγό».

Τον ακολούθησα, κάτι με τράβαγε κοντά του ενέπνεε μια γαλήνη, έτσι ένιωθα, αλλά και  η περιέργειά μου γι το τι θα ακούσω τα θα δω, ο λαγός που περίμενε.  Το σπιτάκι ήταν μικρό, δυο δωμάτια όλα και όλα αλλά καθαρά, περιποιημένα στο κέντρο του μεγαλύτερου από τα δύο μια παλιά ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα απέναντι από μια ξυλόσομπα και ο γλόμπος στο ντιβάνι μαζί με ένα παλιό ραδιόφωνο συμπλήρωναν το διάκοσμο του δωματίου.

«Κάτσε, θα φτιάξω καφέ» μου είπε βάζοντας το μπρίκι πάνω στην ξυλόσομπα «Κάτω στο χωριό μένεις»; με ρώτησε και εξήγησα από πού είναι, τι δουλειά κάνω, με άκουγε προσεκτικά.  «Εσύ»; τον ρώτησα, «μόνος ή έχεις οικογένεια» «την κυρά μου την έχασα, η κόρη μου έφυγε και ο γιος στην επιστήμη»

Απέφυγα να τον ρωτήσω από τι διάβηκε η κυρά του και περισσότερο για τα παιδιά του, πάντα αποφεύγω τέτοιες ερωτήσεις προσωπικού χαρακτήρα τουλάχιστον είχε τα παιδιά του.  Η ώρα πέρασε και ορμήνεψε φεύγοντας που θα περιμένω το λαγό. Λες και είχαμε ραντεβού.  Παρόλο που ήξερα καταλάβαινα, πήγα για να ξεπαγιάσω περιμένοντας μέχρι αργά το βράδυ.

«τον παλιομπαγάσα» μονολογούσα κατηφορίζοντας το βουνό, με κορόϊδεψε αλλά μέσα μου ένιωθα μια συμπάθεια γ’ αυτόν λες και χρόνια τον ήξερα.  Όλη την εβδομάδα ανυπομονούσα, περίμενα να έρθει το σαββατοκύριακο να τον ξαναδώ.  Πίναμε τον καφέ κουβεντιάζοντας λέγοντάς του τα προβλήματά μου αλλά και τα νέα της εβδομάδας κάτι σαν εξομολόγηση που στο τέλος έκλεινε με το λαγό που ποτέ δεν περνούσε και ποτέ δεν έβλεπα αλλά εγώ πήγαινα άκουγα στ’ αυτιά μου το κοφτό γελάκι του την ώρα που έσπαζα στα κατσάβραχα τα πόδια μου εξαγνίζοντας τις πράξεις της ζωής μου και τα λάθη της εβδομάδας μου,  Είχα δεθεί μαζί του, τον ένιωσα σαν συγγενή μου και στη μοναξιά μου είχε μια τελείως διαφορετική άποψη για τη ζωή, τόσο απλή, λιτή αλλά γιομάτη που με εξέπληξε, λόγια σοφά βγαλμένα από το στόμα του μαζί με πολύ καπνό από το αναμμένο πάντα τσιμπούκι.

Είχαν έρθει και τα Χριστούγεννα , θέλαμε τρεις μέρες από τη μεγάλη των χριστουγέννων γιορτή όταν πήγα στο σταθμό των λεωφορείων για να υποδεχτώ τον παιδικό μου φίλο.  Είχε έρθει να περάσουμε τα Χριστούγεννα παρέα ,ε το που κατέβηκε και ύστερα από τα σχετικά άρχισα να του λέω για το νέο μου φίλο.  Γεμάτος περιέργεια και αυτός μου πρότεινε να πάμε.  Η επομένη ήταν αργία κι έτσι ξεκινήσαμε πρωί πρωί την ανάβασή μας.

Μαζί μου είχα ένα μπουκάλι κονιάκ και μερικά σακούλια καπνό, θα ’ταν το χριστουγεννιάτικο δώρο μου σκόπευα να τον καλέσω να φάει μαζί τη μέρα των Χριστουγένων.  Φτάσαμε στο σπιτάκι η  πόρτα ήταν κλειστή, και από την καμινάδα δεν έβγαινε καπνός,  την έσπρωξα και μπήκαμε, δεν ήταν υπέθεσα ότι θα είχε κατέβει για προμήθειες στο χωριό· άφησα τα πράγματα στο τραπέζι και πήραμε το δρόμο της επιστροφής Μπαίνοντας στο χωριό βρήκαμε τον παπά και τον ρώτησα _ ο παπάς και ο χωροφύλακας ήταν τα ενημερωμένα πρόσωπα.  Η είδηση για το θάνατο του φίλου μου ήταν σαν να έπεσε το βουνό στο κεφάλι μου τον έχε βρεί στην κουνιστή πολυθρόνα νεκρό το πρωί ένας βοσκός.  Τότε έμαθα και την αλήθεια για τα παιδιά του, η κόρη του είχε αυτοκτονήσει, ερωτικό δράμα είχαν πει τότε, ο γιος του νοσηλευόταν χρόνια σε ψυχιατρικό ίδρυμα _ αυτό εννοούσε λέγοντας ότι ο γιός του είναι στην επιστήμη κι εγώ ….

Είδα το φίλο μου να δακρύζει παρόλο που δεν τον είχε γνωρίσει και εμένα ν’ αναρωτιέμαι τώρα που ο Πινόκιο έχασε τη συνείδησή του θα μπορέσει τουλάχιστον να τραβήξει την προσοχή του πατέρα του του Τζεπέτο που τόσο τον είχε κουράσει;

Καλά Χριστούγεννα σε όλους

Και καλή χρονιά

Αριστείδης Κονίδης