05302017Τρι
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Με Φτερό και Μελάνι

«Εγώ δεν θα βάψω ποτέ τα μαλλιά μου»

Παιδιόθεν είχε την τάση να ειρωνεύεται τις ανασφάλειες των μεγαλυτέρων σε ηλικία! Η πρώτη φορά που έγινε αυτό ήταν όταν , στην ηλικία των δεκαπέντε, παραδίδοντας το δώρο γενεθλίων στη θεία της , της είπε «Ε! φαντάζομαι αυτά είναι και τα τελευταία γενέθλια που γιορτάζεις.

Τα πάρτυ είναι για τους νέους και οι τριαντάρηδες είναι γνωστό πως είναι γέροι!» Τότε, φαντάζονταν τον τέλειο κόσμο. Ο οποίος λέει δεν θα είχε καθόλου γονείς και ανθρώπους ηλικίας πάνω άνω των τριάντα ετών. Όποιος , λέει, γιόρταζε τα τριακοστά γενέθλιά του, θα μεταφέρονταν σε άλλον πλανήτη !! Αν αυτός ο κόσμος υπήρχε, σήμερα η ίδια θα έβγαζε το εισιτήριο για τον άλλον πλανήτη.

Με τον καιρό βέβαια αυτές οι, σκληρές ομολογουμένως, απόψεις για τους ανθρώπους πέρα από την ηλικία των είκοσι εννέα είχαν αλλάξει. Πλέον δεν τους θεωρούσε τόσο απόμαχους. Σχολίαζε όμως καυστικά τις ανασφάλειές τους.

Ειδικά στις ομόφυλές της. «Εγώ δεν θα βάψω ποτέ τα μαλλιά μου» έλεγε «το να προσπαθείς να καλύψεις τα λευκά μαλλιά είναι τουλάχιστον φαιδρό!» «Πρέπει να αποδέχεσαι την ηλικία σου, και οι ρυτίδες είναι οι σφραγίδες της σοφίας» και άλλα τέτοια.

Και απόψε καθισμένη στο σκαμπό της τουαλέτας της, κοιτάζοντας ερευνητικά το δέρμα, τα μαλλιά, το σώμα της, συνειδητοποίησε πως η μοίρα τα φέρνει έτσι ώστε πάντα μα πάντα να δικαιώνεται το ρητό που λέει πως «ότι κοροϊδεύεις το λούζεσαι».

Περασμένα μεσάνυχτα, με τον λατρεμένο της σύζυγο να κοιμάται γαλήνια στο πλάι της και τα παιδιά της ασφαλή στην κρεβατοκάμαρά τους, με νωπές τις εικόνες από τα δώρα και τι ευχές όσων την περιέβαλαν με αγάπη για ευτυχισμένα γενέθλια, θα έπρεπε να είναι πιο ήρεμη και από μωρό μέσα στη μήτρα της μάνας του.

Και όμως δεν ένιωθε έτσι. Ο ύπνος ούτε καν που πλησίαζε τα βλέφαρά της και σχεδόν μηχανικά, υπακούοντας σε μία ανώτερη θαρρείς δύναμη, ήρθε και άρχισε να παρατηρεί το είδωλό της.

Είχε όλα όσα θα χρειάζονταν για να νιώθει υπερήφανη για την ηλικία της και ικανοποιημένη από την εικόνα της. Και όμως….. κάτι… Κάτι αδιόρατο την απειλούσε. Κοίταξε το περίγραμμα του προσώπου της που είχε αρχίσει να χαλαρώνει και ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος.

Τελικά μήπως ήταν λάθος της που τόσα χρόνια απέρριπτε επιδεικτικά την χρήση προϊόντων ομορφιάς; Μήπως το πρόσωπό της θα έδειχνε πιο νεανικό αν είχε τη βοήθεια μιας κρέμας ημέρας; Βέβαια, και μια κρέμα νύχτας κακό δεν θα έκανε…  Και τα μαλλιά της τώρα που τα παρατηρούσε, μια θαμπάδα την είχανε… που είναι οι απαλές και όμορφες μπούκλες που είχε κάποτε;

Μέσα από το παγωμένο γυαλί, κοίταξε τον νεαρό άνδρα που κοιμόταν στο κρεβάτι τους. Και εδώ η μοίρα της είχε παίξει ύπουλο παιχνίδι. Δύο πράγματα μόνο θεωρούσε απαγορευμένα στις σχέσεις.

Το ένα ήταν η σχέση με μικρότερο άνδρα. Και ήρθε η στιγμή που αυτή, η υπεράνω και τυπική, έφτασε να λατρεύει, να υπακούει και να παραδίδει πλήρως τον εαυτό της στα χέρια ενός νεώτερου άνδρα. Παράπονο δεν είχε βέβαια. Είχε σταθεί τυχερή.

Ο άνδρας της την λάτρευε και η συμπεριφορά του απέναντί της ήταν τέτοια σαν σε βασίλισσα. Παρόλη όμως τη λατρεία, παρόλο που ποτέ δεν της είχε δώσει το δικαίωμα να νιώσει απειλή από άλλη γυναίκα, η ανασφάλειά της όλο και μεγάλωνε μέρα με την ημέρα.

Το δέρμα της δεν ήταν πλέον σφριγηλό, το σώμα της βάραινε μήνα με τον μήνα. Και εκείνος, τόσο όμορφος και τόσο νέος…. Τι θα συνέβαινε αν κάποια στιγμή κάποια πιο νέα, πιο όμορφη… Το βλέμμα της χαμήλωσε και ήρθε και στάθηκε ακριβώς απέναντί της. Στα μάτια της.

Εκεί μέσα είδε το κορίτσι των δεκαπέντε ετών να της βγάζει περιφρονητικά τη γλώσσα. «Ποια είσαι εσύ;» τη ρώτησε η αυθάδης νεαρά «πως κατάντησες έτσι; Έτσι σε φανταζόμουνα εγώ; Πού είναι η υπερηφάνεια σου; Που είναι η αξιοπρέπεια;

Εγώ σου έλεγα πως σημασία έχει ο μέσα κόσμος σου. Ονειρευόμουν για εσένα να σε θαυμάζουν και να σε σέβονται για τις γνώσεις σου και για τον χαρακτήρα σου. Και τα πήγαινες μια χαρά, μέχρι τώρα. Γιατί τώρα πέφτεις στην παγίδα; Γιατί δίνεις τόση σημασία στο φθαρτό κομμάτι του εαυτού σου; Πως με κατάντησες έτσι…»

Ξαφνικά ένιωσε τα χέρια του αγαπημένου της να αγκαλιάζουν τους ώμους της. Γύρισε και τον κοίταξε σαστισμένη. «Πόσες φορές σου έχω πει ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ αν δεν είσαι στην αγκαλιά μου;» τη ρώτησε και εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα σαν σκανταλιάρικο κουτάβι που μόλις λέρωσε το χαλί.

Εκείνος ανασήκωσε απαλά το κεφάλι της και την φίλησε στο μέτωπο. «Δε σε αδικώ που προτιμάς να κοιτάς εσένα από ότι ένα κοιμισμένο μαντράχαλο! Είμαι τόσο τυχερός, γιατί έχω την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου» είπε και κοιτάχτηκαν μέσα από τον καθρέπτη. Εκείνη χαμογέλασε θλιμμένα και του είπε «Μα τι λες… κοίταξέ μας… κοίταξέ με… Είναι αυτή που κοιτάς η μορφή της πιο όμορφης στον κόσμο;»

Εκείνος γύρισε το σκαμπό και γονάτισε μπροστά της. «Ναι, είναι αυτή που κοιτάω η πιο όμορφη του κόσμου…. εδώ..» είπε αγγίζοντας το πρόσωπό της « και εδώ» δείχνοντας το μυαλό της « και φυσικά εδώ» είπε ακουμπώντας το χέρι του στο σημείο της καρδιάς της. Εκείνη χαμογέλασε γλυκά και πριν προλάβει να πει κάτι, ένιωσε τα χέρια του να την αρπάζουν να την πετάνε στο κρεβάτι και με την τρέλα της νιότης του να την γαργαλάει μέχρι δακρύων.

Λίγο αργότερα, κρατώντας την σφιχτά στην αγκαλιά του της ψιθύριζε ένα μισοκοιμισμένο «Σ’αγαπώ» και εκείνη, λίγο πριν αποκοιμηθεί, σαν να είδε την δεκαπεντάχρονη να της κλείνει το μάτι χαμογελώντας υπερήφανα!