07212017Παρ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Γράφοντας στο Κενό

Ο εραστής

Ήταν αρχές της  δεκαετίας του ’80 τότε που τα γεγονότα, ας πούμε , είχαν ακόμα  κανονική ροή παρά τις πρώτες απειλές  που είχαν αρχίσει να προδιαγράφονται  στον ορίζοντα.  Ήαν η εποχή  που νέες ασθένειες είχαν αρχίσει  να παρουσιάζονται, όπως το aids, αφήνοντας άλλους αδιάφορους και άλλους τρομοκρατώντας τους.

Ο Θέμης ήταν ωραίο  παιδί από φτωχή οικογένεια.  Είχε χάσει από μικρός τον πατέρα του και η μάνα του παρά τις  δουλειές του ποδαριού που έκανε, δύσκολα τα έβγαζε πέρα.

 

Έτσι και ο Θέμης  από μικρός μπήκε στα βάσανα.  Τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου  τις τελείωσε για να μπει στη δουλειά.  ‘Επρεπε να συνεισφέρει κι αυτός  όπως μπορούσε.  Ήταν φιλότιμο παιδί  και πάντοτε πρόθυμος.  Τα χρόνια περνούσαν, πήγε στο στρατό, και κατόπιν άρχισε να σκέφτεται σοβαρά το μέλλον του.  Οι παρέες του δεν ήταν πια οι παλιές ακκά και ο ίδιος είχε αλλάξει, δεν είχε χάσει το φιλότιμό του αλλά αυτές ... οι παρέες, οι νέοι φίλοι είχαν τρόπους να κερδίζουν εύκολα χρήματα αρκετά για έναν νέο που στερημένη ζωή είχε ζήσει.

 

Εξάλλου τι το κακό υπήρχε στο να κρατά συντροφιά σε μεγάλες κυρίες ή να παρηγορεί μοναχικές γυναίκες.  ‘Ετσι κι αυτός δοκίμασε, την πρώτη φορά ένιωσε άσχήμα, πως πουλούσε τον εαυτό του αλλά τα χρήματα ήταν αρκετά.  Στη μητέρα του δεν είπε τίποτα αλλά εκείνη καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το παιδί της.  Άρχισε να βλέπει αλλάγές επάνω του, καινούρια, ακριβά ρούχα, κολώνιες και κάτι κοσμήματα που για φτηνά δε φαινόνταν.  Ανησυχούσε πολύ, φοβήθηκε ότι το παιδί της ήταν κλέφτης ή οτιδήποτε άλλο, αυτός την καθησύχαζε γελώντας.

 

Την αγαπούσε τη μάνα του, ήταν ο μόνος δικός του άνθρωπος, γι’ αυτή ζούσε.  Μέχρι που τον βρήκε το κακό, τόσα χρόνια δουλειά κλόνισαν την υγεία της γριούλας και μια μέρα, μια μέρα όπως όλες τις άλλες έκλεισε τα μάτια της.  Έμεινε μόνος. Ένιωσε μόνος, μίσησε τη ζωή που του στέρησε το πολυτιμότερο που είχε, ξέχασε ό,τι φιλότιμο του είχε μείνει άλλα και ό,τι ανθρωπια είχε, τώρα πια οι απολαύσεις της ζωής όπως αυτός τις ονόμαζε ήταν το παν, κανένας ηθικός φραγμός, κανένα όριο, το απόλυτο τίποτα, ο απόλυτος των αισθήσεων ξεπεσμός.  Το μόνο που υπήρχε γι’ αυτόν ήταν ο συναγωνισμός με τους υπόλοιπους της παρέας για την ποσότητα των γυναικών που θα «καμάκωνε» ο καθένας.

 

Τη γνώρισε σ’ ένα από τα συνηθισμένα «πάρτυ»  όπως έλεγαν τα μέρη των εφήμερων γνωριμιών.  Ήταν όμορφη γυναία, κοντά στα τριάντα, γύρω της όλοι οι άντρες συνωστίζονταν  για το ποιος θα την κατακτήσει.  Εκείνος είχε εμφανιστεί αδιάφορος... Τον πλησίασε εκείνη.  Είχε κάτι το μυστήριο επάνω της ακκά και μια σκληράδα ειμελώς κρυμμένη, του άρεσε, του έμοιαζε και ίσως κάτι πρωτόγνωρο, να είχε αρχίσει να ζεσταίνει την ψυχή του.  Η παρέα του ζηλεύονταν τον λίγο, θαυμάζοντας τον λίγο που σ’ αυτόν έλαχε το ουρί του παραδείσου τον πείραζε.

 

Δεν τον ένοιαζε.  Αυτή φρόντιζε πάντα να τον αφήνει στην κατάλληλη στιγμή χωρίς να προχωρεί ως εκεί που έπρεπε, είχε αρχίσει να θυμώνει με τον εαυτό του, αυτός ο θηρευτής γυναικών τώρα να φέρεται σαν σχολιαρόπαιδο;  Τον βασάνιζε, ένιωθε ότι είχε σαδισμό μέσα της αλλά δεν καταλάβαινε το γιατί.  ‘Ωσπου έφτασε η μεγάλη μέρα, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου του δόθηκε.  Ο έρωτάς τους ήταν μακρύς, ηδονικός γιομάτος από πρώτες φορές και απολαύσεις.  Το πρωί όταν είδε το ρολόι του ήταν 9, έψαξε γι’ αυτήν δίπλα του άλλά δεν τη βρήκε.  Σηκώθηκε βαριεστημένα και ανοίγοντας την πόρτα του μπάνιου έμεινε εμβρόντητος νιώθοντας σαν παγωμένο νερό να κυλά στη ραχοκοκαλιά του από αυτό που διάβασε με κόκκινο κραγιόν, το κραγιόν της γραμμένο στον καθρέπτη:

 

«συνάδελφε εραστή,

Αυτό που ήσουν  ήμουν

Κι εσύ σ’ αυτό που είμαι ήρθες

Καλώς ήρθες στον κόσμο του aids

Μην ψάξεις, δεν θα με βρεις

Καλή τύχη»

Και ως υπογραφή ένα  φιλό από τα βαμμένα με το κόκκινο  κραγιόν χείλη της

Αριστείδης Κονίδης