11192017Κυρ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Με Φτερό και Μελάνι

Φύλλο 87 - Φεβρουάριος 2010

Δυόμισι ευρώ η ελπίδα….

Θα πάω. Το αποφάσισα! Θα σηκωθώ από τον καναπέ μου και θα πάω. Τι έχω να χάσω; Εκτός από τον αυτοσεβασμό μου, τίποτε άλλο. Και αυτό δεν θα το καταλάβει κανείς. Για όλους τους άλλους στην κοινωνία που ζω, αυτό θεωρείτε κάτι φυσιολογικό, κάτι λογικό. Για την ακρίβεια αυτό που κάνω τόσα χρόνια θεωρείτε ανόητο. Οπότε… Θα πάω.

Τι και αν κάνει κρύο και βρέχει, δε βαριέσαι! Σάμπως θα πάω με τα πόδια…. Γυρνάω το κλειδί στη μίζα και το αυτοκίνητο γλιστράει στην κατηφόρα.  Πρέπει να βιαστώ γιατί σε είκοσι λεπτά κλείνει το σύστημα. Ντρέπομαι να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέπτη. Ντρέπομαι που φάνηκα τόσο αδύναμος. Πάω να κάνω αυτά που τόσα χρόνια κορόιδευα. Αλλά τα χρυσά ψηφία που στροβιλίζονταν στην οθόνη μου και υπόσχονταν πέντε εκατομμύρια, με λύγισαν.  Δεν τα θέλω όλα τα πέντε εκατομμύρια. Δεν είμαι πλεονέκτης. Ας τα μοιραστούμε δέκα άνθρωποι. Και πάλι ευχαριστημένος θα είμαι.

Αλλά, γιατί να είμαι συγκρατημένος; Αν είναι να μου κάτσει, ας τα πάρω όλα! Ναι, όλα! Πέντε εκατομμύρια! Ούτε μπορώ να σκεφτώ τι θα μπορούσα να κάνω ε πέντε εκατομμύρια. Ναι, τα θέλω όλα. Μετά εγώ θα τα μοιράσω κατά πως θέλω. Σίγουρα θα δώσω ένα ποσό σε ιδρύματα. Για τα παιδάκια κυρίως. Το δέκα τοις εκατό είναι αρκετό! Από όσα μείνουν θα βάλω ένα ποσό στο βιβλιάριο του κάθε παιδιού στην οικογένεια. Να βρουν κάτι να ξεκινήσουν τη ζωή τους. Όχι σαν εμένα, που ξεκίνησα από το τίποτα. Και στο τίποτα έχω παραμείνει. Μεροδούλι, μεροφάι. Πιο νέος πίστευα πως δουλεύοντας σκληρά θα κάνω θαύματα. Θα ζω άνετα και πλούσια. Τα χρόνια που πέρασαν με δίδαξαν πως με τη δουλειά, πλούσιος δε γίνεσαι. Και αυτά τα ρημάδια τα χρυσά ψηφία….

Παρκάρω το αυτοκίνητο μπροστά στο πρακτορείο. Ρίχνω μια ματιά και βλέπω πίσω από την τζαμαρία πολύ κόσμο μαζεμένο. Άνδρες κάθε ηλικίας, καπνίζουν και κοιτάζουν μια μεγάλη οθόνη. Ντρέπομαι. Για μια στιγμή, δειλιάζω. Πως θα μπω εκεί μέσα; Τόσα χρόνια σε κάθε ευκαιρία τόνιζα το φαιδρό αυτών των πράξεων που κάποιες φορές οδηγούν και σε εθισμό. Πάντα έλεγα πως όλα αυτά τα «παιχνίδια» είναι στημένα. Πως ποτέ κανείς δεν κερδίζει. Μεγάλο παράδειγμα τα συνεχή τζακ-ποτ σε περιόδους αιχμής. Πως θα εκτεθώ έτσι; Αλλά από την άλλη… και αν αυτό που με οδήγησε εδώ είναι ένστικτο; Αν αποφάσισε ο θεός να πραγματοποιήσει τα όνειρά μου; Θα αφήσω την ευκαιρία να πάει χαμένη για την περηφάνια μου; Δε βαριέσαι, θα πάω και ότι θέλει ας γίνει!

Ανοίγω το βήμα μου αποφασιστικά και παίρνω βαθιά ανάσα καθώς σπρώχνω την γυάλινη πόρτα. Αυτό, που μου κόπηκε ξαφνικά η ανάσα, είναι από τον καπνό ή από κάτι άλλο; Τώρα είναι αργά. Πρέπει να κινηθώ γρήγορα. Βλέπω επάνω στον πάγκο το χαρτάκι και το στυλό δίπλα, να περιμένει το χέρι μου να το οδηγήσει στα μαγικά νούμερα. Ένα ακόμη χέρι από τα εκατοντάδες που το έχουν χρησιμοποιήσει μέχρι σήμερα. Σημειώνω, αριθμούς στα τυφλά. Γρήγορα. Θέλω να φύγω, να κρυφτώ. Τέλειωσα, ώρα να καταθέσω το δελτίο. Ο υπάλληλος του πρακτορείου με καλωσορίζει χαμογελαστός και παίρνει το χαρτάκι από τα χέρια μου. Το μηχάνημα καταπίνει το ατσαλάκωτο δελτίο και το φτύνει ξανά. Έπειτα ο υπάλληλος το παίρνει και το πετάει! Αυτό ήταν! Μέχρι εδώ ήταν η χρησιμότητά του! Ούτε ένα λεπτό χρήσης!

Έχω στα χέρια μου ένα πολύ μικρότερο άσπρο χαρτάκι με μαύρα ψηφία. Ούτε το κοιτώ. Το βάζω στο πορτοφόλι μου και βγαίνω πάλι έξω, στην παγωνιά.

Νιώθω ενθουσιασμένος χωρίς να ξέρω ακριβώς γιατί. Αλλά με αυτό το χαρτάκι στο πορτοφόλι νιώθω ότι έχω μπει στην κούρσα. Έχω την ευκαιρία. Έχω μια ελπίδα. Μικρή ή μεγάλη δεν έχει σημασία, η ελπίδα είναι ελπίδα. Βάζω μπροστά το αυτοκίνητο και οδηγώντας προς το σπίτι χαμογελάω παραδομένος στις σκέψεις μου. Αχ, τι θα μπορούσα να κάνω αν κέρδιζα! Πρώτα πρώτα θα παραιτούμουν! Ούτε ωράριο, ούτε πίεση, ούτε προϊστάμενοι ούτε τίποτε. Έπειτα, θα μπορέσω να αποκτήσω ένα σπίτι. Ένα κατάδικό μου σπίτι. Μεγάλο σπίτι, με αυλές και κήπο. Θα έχω και ένα δωμάτιο να το κάνω γραφείο. Θα πάρω και βαριά έπιπλα, εποχής μπαρόκ που μου αρέσουν. Θα πάρω και ένα πιάνο. Και έναν δάσκαλο για το πιάνο. Και θα ταξιδέψω, παντού! Σε όλον τον κόσμο!

Έφτασα στο σπίτι και βρέχει διαβολεμένα. Τρέχω γρήγορα να χωθώ στην είσοδο της πολυκατοικίας. Μπαίνοντας στο μικρό διαμέρισμα που αποκαλώ σπίτι τινάζω από το τριμμένο σακάκι μου τις σταγόνες της βροχής. Κάθομαι στον, γεμάτο λεκέδες από τα τόσα χρόνια χρήσης του, καναπέ μου και ανοίγω το πορτοφόλι μου. Πιάνω το μαγικό χαρτάκι στα χέρια μου και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Τα υπέροχα πράγματα που θα κάνω σαν κερδίσω. Γιατί θα κερδίσω, γιατί να μην κερδίσω; Θα σκέφτομαι θετικά. Έχω μια ελπίδα. Μένω έτσι για ώρα και συνειδητοποιώ ότι από στιγμή σε στιγμή θα γίνει η κλήρωση. Πρέπει να ανοίξω την τηλεόραση να δω. Αλλά δεν θέλω. Δεν μπορώ. Αν δω ότι δεν κέρδισα τώρα, θα χάσω αυτή την πολυτέλεια να ονειρεύομαι. Θα αναγκαστώ να σταματήσω. Δεν θέλω. Αρνούμαι. Κρεμιέμαι από αυτό το μαγικό χαρτάκι. Θα δω αύριο τα αποτελέσματα. Απόψε θα κοιμηθώ χαρούμενος και ενθουσιασμένος. Το θέλω, το χρειάζομαι…..   Το βλέμμα μου πέφτει επάνω στα μεγαλύτερα ψηφία που είναι γραμμένα στο χαρτάκι. 2,50 ευρώ γράφουν. Είναι η τιμή! Η τιμή της ελπίδας!