10222017Κυρ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Γράφοντας στο Κενό

Το κόκκινο ημερολόγιο

Από μικρός ήθελε  να έχει, να κρατά ημερολόγιο.  Να γράφει σ’ αυτό τα γεγονότα της ημέρας, κομμάτια απ΄τη ζωή του, θύμησες  γι’ αυτόν στα χρόνια που θα ερχονταν.  Πάντοτε το σκεφτόταν, δεν το αποφάσιζε, όμως. Όχι δε φοβόταν  να μοιραστεί με το χαρτί τις εμπειρίες  του, τις καθημερινές του επαφές με την πραγματικότητα αλλά όλο το ανέβαλλε.

Ώσπου κάποια Χριστούγεννα, κάποια παραμονή των Χριστουγέννων στριμωγμένος, σπρώχνοντας και σπρωχνόμενος από το γιορτινό πλήθος βρέθηκε μέσα στο βιβλιοπωλείο.  Χάζεψε για λίγη ώρα φυλλομετρώντας βιβλία ώσπου σε έναν πάγκο βρήκε τα άγραφα ακόμα τετράδια με τη λέξη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ με γράμματα χρυσά.

Το σκέφτηκε και παίρνοντας την απόφαση δεν του έμεινε παρά να διαλέξει το χρώμα – μια ασήμαντη λεπτομέρεια, αλλά να! έτσι... όχι το καφέ, μήπως το βαθύ πράσινο, το σκούρο μπλε;

Αλλά στην καρδιά του μίλησε όπως το διαλεγμένο κομπολόι στο χέρι αυτού που το επέλεξε, ένα κόκκινο, ένα βαθύ κόκκινο σαν αίμα χρώμα.  Το πήρε, το ζύγιασε στα χέρια του και σε λίγο ήταν δικό του.

Το βράδυ στο σπίτι αφού ευλαβικά του έβγαλε το περιτύλιγμα – του άρεσε παντα η ηδονή που νιώθει κανείς όταν ξετυλίγει σιγά σιγά το αντικείμενο του πόθου έστω κι αν ξέρει από πριν τι είναι.

Δεν μοιάζει άραγε η προσμονή αυτή σαν την εγκαρτέρηση της γυμνης γυναικειας σάρκας;)  το άνοιξε, το χαρτί έμοιαζε κίτρινο κάτω από το φως της λάμπας, έπιασε το μολύβι και άρχισε να γράφει τις αναμνήσεις του από παιδί, τα παιχνίδια στην αυλή του σπιτιού του μαζί με άλλα γειτονόπουλα, το μαυροπίνακα του σχολείου αλλά και το δικό του μικρό μαυροπίνακα που πάνω του χάραζε τα πρώτα του γράμματα.

Τη μητέρα σκυμμένη να γυαλίζει το παρκέ του σπιτιού και τη γιαγιά να λέει παραμύθια (;) ιστορίες της ζωής μέχρι να τον πάρει ο ύπνος.  Την πρώτη αγάπη και το συνεχόμενο μούδιασμα του άτριχου νεανικού κορμιού όταν βρισκόταν κοντά της.

Την πρώτη δουλειά τα τραγούδια που έγιναν γι’ αυτόν τραγούδια που αγάπησε, τα ξαναμμένα νεανικά χείλη που φίλησε κάτω από το φως του φεγγαριού κείνα τα καλοκαίρια αλλά και τα υγρά μονοπατια που χαράζουν τα δάκρυα στα νεανικά του μάγουλα.  Τα δύσολα πέτρινα χρόνια που το όνομα ελευθερία μόνο στο άκουσμά του έκανε την ψυχή να ματώνει και το κορμί να         πονά.

Έγραφε, έγραφε ατελείωτα ώσπου το πρώτο φως της μέρας μπήκε από το παράθυρο.  Το ημερολόγιο είχε πια τελειώσει τα φύλλα του.  Το πήρε και το ξεφύλλισε και τότε παρατήρησε ότι δεν είχε πουθενά σημειώσει ημερομηνίες όπως γίνεται συνήθως στα ημερολόγια, είχε γράψει άθελά του το βιβλίο της ζωής του ένα βιβλίο  με κόκκινα σαν το αίμα εξώφυλλα.

Αριστείδης Κονίδης