07272017Πεμ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Στην Άκρη της Πόλης

Η συνάντηση

«Τα τροχήλατα βήματά μου με οδηγούν στην γενέθλια γειτονιά», είχα διαβάσει κάπου – ίσως εδώ, σε τεύχος παλιότερο της Πυξίδας… Μια φράση που θα μπορούσα να την είχα γράψει κι εγώ… Μια φράση που θα ήθελα να την είχα γράψει εγώ.

 

Βαδίσω στα στενά της. Μικρά στοιχεία ενός ακάλυπτου παρελθόντος…

 

Μνήμες… Εικόνες στην άκρη της πόλης. Σπίτια χαμηλά, εγκαταλελειμμένο το παλιό νοσοκομείο… χορταριασμένες οι αυλές, να λείπουν οι άνθρωποι… Εδώ ήταν η ξυλαποθήκη του  κ. … και πλάτη με πλάτη τα κτήρια που στέγασαν τα όνειρα και το βιοπορισμό δύο μικρών εκδοτών εκείνης της μακρινής εποχής. Γκρεμίστηκαν…και ο ακάλυπτος χώρος καλύπτεται καθημερινά από τροχοφόρες ματαιοδοξίες πολλών κυβικών… [ξεπερνώ γρήγορα τις σκέψεις για την ανάγκη των χώρων στάθμευσης, αν μείνω θα χάσω τη μαγεία της αναπόλησης… ταυτόχρονα θα πρέπει να σκεφτώ πάλι και πάλι, ξανά και ξανά για τον τρόπο ζωής…ιδιοκτήτες τόσων ανέσεων που αγχώνει η τακτοποίησή τους…].

 

Ο φούρνος του… σήμερα μια «μοντέρνα» διώροφη  πολυκατοικία. Ακόμα μυρίζει  εφτάζυμο… Το σπίτι του γιατρού, πριν λίγες μέρες πέθανε η κυρία του… Η μεγάλη κλινική… Το νηπιαγωγείο… Με γρήγορο βήμα  κατέβηκα στην υπόγεια κάβα της παιδική μου ηλικίας,  για το κρασί του παππού – και ήπια την πρώτη γουλιά από την μποτίλια, μέχρι να γυρίσω στο σπίτι…

 

Διέτρεχα τα σοκάκια της και δύο παράλληλες ζωές…

 

Άκουγα τώρα μια νέα – άγνωστη γλώσσα… Οι νέοι ενοικιαστές έφεραν τα Βαλκάνια δίπλα μου… Και κάπνιζα πολύ. Με την πίπα του πατέρα μου… Πηγαίνω και έρχομαι… όπως περνά κανείς στο απέναντι πεζοδρόμιο μόλις αντικρίζει έναν παλιό του έρωτα… Ζικ – Ζακ η βόλτα μου. Κουραστική… Η καθηγήτρια Κ. να λείπει χρόνια,  η Α. να έχει ήδη φύγει για πάντα… [τη σκληρή που είναι και τούτη η απώλεια…].

 

Μια λεμονιά μεγαλώνει… Ανθίζει και καρπίζει, υπόσχεται ζωή! Ανεβαίνω την μικρή ανηφόρα. Στρωμένη με ένα σταμπωτό δάπεδο – μια ανάπλαση -  καθαρή με την φροντίδα των ανθρώπων της… Μα που να είναι οι ίδιοι; Είναι σίγουρος ότι είναι Κυριακή… Η κ. Κατίνα με τον κ. Γιάννη… ο κ. Μηνάς… Μα που να είναι όλοι τους… Δεν είναι νεκρή η γειτονιά: βλέπει ωραία κουρτινάκια στα μικρά εξωτερικά παράθυρα των σπιτιών, δύο ανθισμένα γεράνια στο μπαλκόνι απέναντι… Οι πόρτες είναι ανοικτές!

 

Ανάβω ένα ακόμα τσιγάρο…

 

-          « Τι λες για έναν καφέ; » Πριν προλάβω να απαντήσω – είχα χαθεί στη βόλτα μου – με καλεί ξανά:

-          «Μόλις κατέβασα τον δικό μου και ψάχνω παρέα.»  Δεν μπορούσα να αρνηθώ!  Ένα βήμα έκανα – η πόρτα  είναι ανοικτή – μια μικρή αυλή φανερώνεται… μια καρέκλα με περιμένει:

-          «Ευχαριστώ πολύ», κατάφερα να πω… μα ήδη με καλούσε  - μπροστά στην κουζίνα του – ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης του σπιτιού.

-          « Πως τον πίνεις;»

-          « Σκέτο αν δεν σας κάνει κόπο!»

-          « Όλη η χαρά  δική μου! Να `χω  παρέα  τέτοια Κυριακή! Κανείς δεν μένει πια εδώ! »

 

Φοβήθηκα! Που να του εξηγώ σκέφτηκα. Ποιος είμαι, τι γυρεύω – σάμπως ήξερα – τι να του απαντώ…

 

Μα η μια έκπληξη πάνω στην άλλη! Καμιά ερώτηση. Σιωπηλός και γαλήνιος. Ήρεμος…σαν να διέτρεχε αναμνήσεις και δύο παράλληλες ζωές.

 

Φέρνει τον καφέ, βγάζει τα τσιγάρα του και μια μαύρη πίπα – ίδια η δική μου – που έφερνα τώρα μπροστά μας για το επόμενο  τσιγάρο μου …

 

- «Από τον πατέρα μου την έχω»… Μια φράση, από δυό στόματα… Μια φράση, από τα απέναντι πεζοδρόμια της Κυριακάτικης μου βόλτας μου…