05292017Δευ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Στην Άκρη της Πόλης

Φύλλο 90 - Μάιος 2010

3 ποιήματα

Αντί να συνομιλώ με τον εαυτό μου αναλώνομαι στην πράξη.

Κουρασμένος αφήνω το σώμα να χαθεί στην γοητεία της Άνοιξης.

Απομακρύνομαι στο φως των δικών σου ματιών.

Ο καθρέπτης χωρίς την παραμορφωτική  του αντανάκλαση με γυμνώνει εντελώς.

Μπροστά σου νοιώθω καινός και πλήρης.

Πλήρωσα βέβαια με φρικτούς πόνους τα ανομήματα μιας ζωής.

Εξάντλησα κάθε οικονομία του παρελθόντος, μισθούς, περιουσία και την κληρονομιά του θείου Τάκη.

Έμεινα σε βρόμικους δρόμους, σε χαμένα όνειρα, σε χαλασμένα απογέματα χωρίς φως.

Πέρασε τώρα η πιο δύσκολη φάση της αποπληρωμής.

Και οι διώχτες – μονιασμένοι στην κοινή διεκδίκηση- ησυχασμένοι.

 

Τώρα μόνο οι νέοι τόκοι με κατατρώγουν.

 

Η σπείρα

 

Αναλώθηκα στην ανάγνωση, για μια φορά που φάνταζε η τελευταία, ενός παλιού βιβλίου. Ποτισμένου με αρώματα παροδικών αντιφάσεων, δακρύων, περαστικών κοριτσιών, γενικότερα με παρελθόντα περιστατικά μιας ασήμαντης ζωής.

Ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο, χωμένος στη μικρή σοφίτα.

Με άλυτες απορίες και αναπάντητα ερωτήματα, που και ο ίδιος είχα ξεχάσει το πότε και το πώς -ιδίως αυτό- είχαν τεθεί.

Θέλησα να μετρήσω τις δυνάμεις μου,  κόντρα στις αναμνήσεις …

Ίσια με το παρελθόν μου. Να το βρω μπροστά μου.

Αναλώθηκα στην απόγνωση του τότε. Το ήξερα καλά, βρέθηκα σε πεθαμένες συντροφιές. Σε μέρες χαμένες, αδειανές… Ή σε κείνες που με γέμιζαν θλίψη και ντροπή… Σε μέρες που προκαλούν πόνο…

Κλείστηκα στη μοναξιά.  Σε μακρινές διηγήσεις του μυαλού.

Σε θολές φωτογραφίες.

Ακούμπησα στο παράθυρο το άρωμα του απογευματινού καφέ, παρατηρώντας τη γαζία να ανθίζει. Ανταμώνω και χάνω τη λήθη.

Αναρωτιέμαι  για τον κύκλο του χρόνου, γυρίζει και χάνεται,  μετρά και αποτραβιέται, ικανός και αυτάρκης στη δική του πορεία .

Ταυτόχρονα, ξεγραμμένοι φίλοι με καλούν σε μια γιορτή αποχαιρετισμού.  Ξαναπήγα, έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, τόσα χρόνια εναπόθεσαν μια θλιμμένη πραγματικότητα,  πάνω στα πρόσωπα μας.  Μια γαλήνια όψη ή μια κυνική αδιαφορία ;  Δεν θα ξαναπάω.  Έδωσα όρκο - σε ποιόν θεό ; -  να πετάξω το βιβλίο στις φωτιές του αύριο. Να θάψω την ασήμαντη ζωή μας - νεκροθάφτης εγώ μιας ολόκληρης εποχής.

Κράτησα τον όρκο. Τον υπηρετώ πιστά.

Κράτησα,  βέβαια και σημεία αναφοράς.

Δύο από τα γράμματα σου, τη μελαγχολία του Φάνη, το κόκκινο πουλόβερ,  τa όνειρά μας του φθινοπώρου.

 

Για τις πορείες του σήμερα.

 

Κρυφός πόθος

 

Η πόλη το βράδυ είναι γλυκιά.  Δίχως βουή, δίχως ανθρώπους.

Στιγμές - βυθισμένες  στο σκοτάδι -  ανταμώνουν τη φαντασία  και τον έρωτα.

Η νύχτα επιτελεί ακούραστα την αποστολή της …

Απλώνει το πέπλο της αγωνίας και της γαλήνης

Σμίγει  σαν γυμνά κορμιά,  συνείδηση,  πίστη, όνειρο

Υπερβάλλει,  ως αυθεντικός προβοκάτορας, τη μοναδική γοητεία της

Και σωπαίνει.

Κρυφακούει

Ανιχνεύει

Θερίζει θύελλες.

Η πόλη ζωντανή μέσα στη σιωπηλή νύχτα.  Ιδρωμένη από το ξέφρενο πάθος για δόσιμο.

Αδύναμοι - εμείς - χωμένοι σε μιαν άκρη.

Προφυλαγμένοι σε τέσσερις τοίχους,  με ακρογιαλιές σε πίνακες …

Μια ζωή μες στο φως μας ξενίζει των  αστεριών η σύνθεση.

Η μυστική συμφωνία της εναλλαγής.

Έξεις άγχους και φόβου.

 

Βαθιά κρυμμένες από την έλλειψη.