09222017Παρ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Ξεκινώντας... από το Περίπτερο

Η Ισπανία και ο νέος κύκλος της ευρωπαικής κρίσης

Του Γιώργου Σταθάκη*

Στα 110 δισ. που δανείζεται η Ελλάδα είναι πολύ πιθανόν να προστεθούν 250 δισ. για την Ισπανία. Μία ακόμα χώρα θα αρχίσει να δανείζεται “εκτός των διεθνών αγορών”, από τη νέα “απομονωμένη αγορά” δανειακών κεφαλαίων. Οι Βρυξέλλες και το ΔΝΤ, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, θα προσφέρουν για ένα διάστημα δανειακούς πόρους.
Η Ισπανία δεν έχει πρόβλημα δημόσιου χρέους. Είναι μόλις 50% του ΑΕΠ, ενώ έχει λογικό έλλειμμα προϋπολογισμού (8%). Όποτε και τα μέτρα περικοπών είναι ανούσια. Έχει πρόβλημα ιδιωτικού χρέους. Τα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια μπορεί να φθάνουν το 120% του ΑΕΠ. Το χειρότερο είναι ότι περίπου 29% του ΑΕΠ είναι τα επιχειρηματικά δάνεια, τα οποία έχουν δοθεί για την κατασκευή παραθεριστικών και άλλων κατοικιών που έμειναν ημιτελείς ή παραμένουν απούλητες. Η κατασκευή τους έχει χρηματοδοτηθεί από ειδικευμένες τοπικές ισπανικές τράπεζες -συνεταιριστικές συνήθως- που ελέγχονται από τα κόμματα και τις τοπικές ελίτ.

Οι τράπεζες αποκτούν ρευστότητα δανειζόμενες ή από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, χρησιμοποιώντας δημόσια ομόλογα, ή από τη διατραπεζική αγορά. Το απόλυτο κριτήριο είναι ο ομαλός διατραπεζικός δανεισμός: η δυνατότητα η μία τράπεζα να δανείζει την άλλη. Αν μια τράπεζα κινδυνεύει με χρεωκοπία, κανείς δεν τη δανείζει, οπότε αρχίζει μια νέα αλυσίδα αντιδράσεων. Συνεπώς, όλοι επικεντρώνονται στην κατάσταση των τραπεζών και όχι της οικονομίας.
Τα προβλήματα της Ισπανίας φαίνεται να είναι οι τράπεζες. Αλλά το σύστημα είναι διεθνές. Ένα μεγάλο μέρος των κατασκευαστικών δανείων, άμεσα ή έμμεσα, προέρχεται από τις γαλλικές και τις γερμανικές τράπεζες, ακριβώς ό,τι συμβαίνει και με τα ελληνικά κρατικά ομόλογα. Οπότε νόημα έχει μόνο η συνολική εικόνα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν τρεις κατηγορίες “τοξικών τίτλων” που κυκλοφορούν στις ευρωπαϊκές αγορές:
α) Τα “τοξικά” του ιδιωτικού καταναλωτικού δανεισμού. Μέρος των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων είναι εντελώς έωλα, όπως στην Ιρλανδία (όπου συνολικά τα δάνεια είναι περίπου 200% του ΑΕΠ), στην Ισπανία (είναι 120% του ΑΕΠ) και στη Βρετανία (100% του ΑΕΠ). Συνολικά, 2 τρισ. ευρώ αφορούν τίτλους αμφιβόλου αξίας.
β) Τα “τοξικά” του δημόσιου χρέους, όπως τα ελληνικά (300 δισ.), που συνολικά στην Ευρώπη φθάνουν τα 8 τρισ., με μερικά (1-2 τρισ.) να θεωρούνται έωλα.
γ) Τα “τοξικά” επιχειρηματικών δανείων, εταιρικών ομολογιακών δανείων, και άλλων μορφών δανεισμού επιχειρήσεων. Εδώ δεν είναι μόνο οι παραθεριστικές κατοικίες στην Ισπανία ή η γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά και πληθώρα άλλων επιχειρήσεων που δοκιμάζονται από την κρίση.
Όλα αυτά μαζί, όλοι οι “τοξικοί τίτλοι”, μπορεί να είναι 4 τρισ. Δεν υπάρχει λόγος πανικού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ΑΕΠ περίπου 16 τρισ., είναι η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο (το παγκόσμιο ΑΕΠ είναι 58 τρισ.) και έχει εξαιρετικούς μακροοικονομικούς δείκτες (διεθνούς εμπορίου, ισοζυγίου πληρωμών κ.λπ.)
Τώρα, στο ερώτημα του τι κάνουμε με τα “τοξικά”, υπάρχουν δύο επιλογές. Όπως επί μακρόν αναλύει ο Μαρξ στον περίφημο τρίτο τόμο, αναφορικά με τις πλασματικές μορφές κεφαλαίου σε περίοδο κρίσης, το δίλημμα είναι απλό. Είτε πρέπει να προσαρμοστούν βίαια οι πλασματικές στις πραγματικές αξίες, με διαγραφή δηλαδή των πλασματικών αξιών. Αυτό σημαίνει τη χρεωκοπία τραπεζών, επιχειρήσεων και κρατών και, συνεπώς, βαθιά ύφεση. Είτε να θεωρηθούν οι πλασματικές αξίες ως πραγματικές, οπότε κάποιος θεσμός, εν προκειμένω το κράτος (η κεντρική τράπεζα), συνεχίζει να τις αναγνωρίζει ως πραγματικές και να τις χρηματοδοτεί. Σε αυτήν την περίπτωση τις αγοράζει με νέο χρήμα, οπότε προκύπτει ο κίνδυνος του πληθωρισμού. Σε όλες τις κρίσεις συνήθως συμβαίνει κάτι ενδιάμεσο. Άρα, το ποιες αξίες και πώς θα καταστραφούν, ή πόσες και ποιες θα συνεχίζουν να αναγνωρίζονται από θεσμούς εκτός αγοράς, είναι το επίμαχο θέμα.
Οι στρατηγικές στην Ε.Ε. σήμερα είναι τρεις:
α) Η γερμανική στρατηγική (με λίγους συμμάχους) που κλείνει υπέρ της βίαιης προσαρμογής των πλασματικών στις πραγματικές αξίες.
β) Η γαλλική στρατηγική που είναι ενδιάμεση.
γ) Οι περισσότερες άλλες χώρες που έχουν συμφέρον προς μια πολιτική σταδιακής προσαρμογής των πλασματικών αξιών στις πραγματικές, κυρίως με άνοδο των πραγματικών αξιών και σταδιακής απορρόφησης των πλασματικών.
* Ο Γιώργος Σταθάκης διδάσκει Πολιτική Οικονομία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
πηγή : ΑΥΓΗ 20/6/2010