06242017Σαβ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Τα Περιττά

Καλοκαιρινά παιχνίδια

b-651092

Καλοκαίρι ζεστό, καυτό, ενίοτε νοσηρό, κατ΄ άλλους παιγνιδιάρικο, για τους αισιόδοξους, πάντως τραυματισμένο κι αυτό σημαίνει μ΄ εξουδετερωμένες ελπίδες επούλωσης των πολύχρωμων ακούσιων πληγών μας.

Ο Μαθιός ζητάει το κείμενο γρήγορα, εγώ διανύω περίοδο ανευθυνότητας, αδράνειας, ηθελημένης κώφωσης και πειραματίζομαι αποστασιοποίηση από τα τρέχοντα, γιατί φοβάμαι και υιοθετώ αυτιστική συμπεριφορά.

Προσπαθώ να βιώσω, όπως και άλλοι 10-11 εκατομμύρια έλληνες μια επιβεβλημένη κατάσταση ως άσκηση υποχρεωτικής τιμωρίας και να διασχίσω την απόσταση που μου αναλογεί με ανασφάλεια, άγχος, φόβο, αβεβαιότητα μαζί με αρνητικά συναισθήματα.

Κρύβω τα άγχη μου, τα συζητάω λίγο, ενώ  σήμερα τα κοινοποιώ για να μην τα επαναλαμβάνω.

Μόνη αθώα – όσο διασώζεται- κι αυτή, η θάλασσα. Έχει κάνει κι αυτή τις ζημιές της, αλλά μάλλον δεν το ξέρει.

Την κοιτάζω, της μιλάω, εννοείται σιωπηλά, - για να μην παραμιλάω στην παραλία - , την κολυμπώ, παίζω μαζί της μαζί με την φίλη μου τη Μαρία, τεσσάρων χρονών και ξαναγίνομαι για λίγο παιδί.

Φτιάχνουμε δρομάκια στην άμμο και μια δική μας μικρή λίμνη, ανάμεσα στα βραχάκια, φιλοξενεί τις κρυφές μας κουβέντες για αστερίες, καβουράκια και νεογέννητους αχινούς. Με πάει στο σπίτι της και μου δείχνει το κρεβάτι της με τα δυο ξύλινα πρόβατα στη ράχη του, με ξεναγεί στον  κουκλίστικο κόσμο της κι επινοεί ένα δικό της παιγνίδι στο τάβλι.

Η Μαρία με θεωρεί φίλη της, έστω κι αν απέχουμε περίπου 48 χρόνια. Είναι κι αυτό μια ελπίδα. Μοιράζεται τις σκέψεις της μαζί μου και γελάει μ΄ένα τραγανό γέλιο, καλύτερο απ΄ όλες τις μουσικές του κόσμου.

Η Μαρία είναι ένα μικρό θαλασσινό κορίτσι που παίζει ανέμελα στην άμμο με παιγνίδια που κουβαλάνε τη λογική ενός σκληρού πολιτισμού. Φέρνει μια παιδική ταμειακή μηχανή και ψεύτικα χαρτονομίσματα για να παριστάνει την ταμία. Δεν έχει αίσθηση ούτε της αξίας των χρημάτων αλλά ούτε της ανταλλακτικής τους σημασίας. Απλά θέλει να πουλάει πλαστικά καλαμποκάκια, κρέμες, ζελέ και άλλα παρόμοια.

Της φτάνει να μοιράζεται, να δίνει και να επικοινωνεί.

Η εποχή της αθωότητας διασώζεται μέσα από μικρά θαύματα με μεγάλα μάτια και έστω και απατηλά εμείς δοκιμάζουμε γεύσεις αλμυρής ζωής που αντιστέκεται στην οργανωμένη προσπάθεια να αδειάσουν τις ψυχές και το μυαλό μας.

Η Μαρία, που με περιμένει σε μια παράλια, κάπου στο Μαράθι, θυμώνει όταν ο αέρας της παίρνει την ψάθα της, κλαίει εύκολα όταν απειλείται η ηρεμία της, έχει έναν προσδιορισμένο κόσμο  και τα διαμαντένια δάκρυα της με μια κουβέντα γίνονται εύκολα κραυγές χαράς.

Η γλώσσα των παιδιών, ο κόσμος των παιδιών το καλοκαίρι είναι μια πρόταση αντίστασης στη λύπη που απλώνεται επικίνδυνα. Όταν όλα είναι τόσο βαριά, γεμάτα ψέματα και θλίψη και πολύ θυμό, όταν όλα μας κουράζουν χωρίς τη θέληση μας, όταν όλοι γύρω μας είναι τόσο στεναχωρημένοι, όταν οι «μισές» ζωές μας δηλητηριάζονται, τότε η ευχή «καλό καλοκαίρι» είναι ζωή, ανάσα, ελπίδα.

Η Μαρία, η φίλη μου, χωρίς να το ξέρει, προστατεύει την υγειά μας. Εκεί την ώρα που ρουφάω τον καθημερινό ήλιο, αυτή διατυπώνει την άλλη πλευρά της ζωής καλώντας  με να ζήσω ένα καλοκαίρι πλήρες, αληθινό, γλυκό, ανοιχτό όπου οι μόνοι ήχοι που θα μπορώ να ακούω είναι ο ήχος της θάλασσας, το κάλεσμα της και το βουητό της παραλίας, ασαφές, απροσδιόριστο, ασυνείδητο.

Αυτό  είναι το καλοκαίρι που δικαιούμαστε, που σε καλεί «να βρεις μια άλλη θάλασσα, μια άλλη απαλοσύνη», κατά τον Νίκο Γκάτσο.