08202017Κυρ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Μουσική... από το Περίπτερο

Μιχάλης Τερζής, Δημήτρης Λέντζος: «Απόπλους» … “από το άλλο στο αλλού”!

Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής

συνεργασία :http://www.e-orfeas.gr

Το συνθέτη Μιχάλη Τερζή τον “γνωρίζω” από τη δεκαετία του ’70, όταν, παιδάκι ακόμα, είχα τη μανία, αντί για παιχνίδια, να παίρνω κασέτες με τραγούδια. Κι ήξερα από τότε, τα ονόματα όχι μόνο των τραγουδιστών,

αλλά και των συνθετών και των στιχουργών. Από τότε μου άρεσαν πολύ και δυο τραγούδια του, το «Τ’ αγαπώ και δεν το ξέρει»(από το δίσκο της Αλεξίου «24 τραγούδια»/1977) και το «Στην Ανατολή στη Δύση» (από το δίσκο του Νταλάρα «Οι Μάηδες οι ήλιοι μου»/1978). Χρόνια πολλά μετά ήρθε ο συνολικός σεβασμός για το έργο του, αλλά κι η προσωπική γνωριμία μου μαζί του κι οι συνεντεύξεις …
Το ίδιο ισχύει και για τον στιχουργό Δημήτρη Λέντζο, πρώτα γνώρισα κι εκτίμησα τους στίχους του, στις δουλειές του με τον Τερζή, ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε, εκ πρώτης, το τραγούδι «Οι φίλοι μου δεν έχουνε ονόματα» (από το δίσκο της Μαρίας Σουλτάτου «Το παραμύθι μου»/2005) και μετά τον γνώρισα προσωπικά από τον Θανάση Συλιβό κι ακολούθησαν οι συνεντεύξεις …
Πρόσφατα κυκλοφόρησε ο νέος τους δίσκος από το ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ, με τον τίτλο «Απόπλους» και τη συμμετοχή πολλών σπουδαίων και σημαντικών ερμηνευτών (Νταλάρας, Π. Παπαδοπούλου, Μαχαιρίτσας, Μακεδόνας, Ανδρεάτος, Σ. Παπάζογλου, Θεοχαρίδης, Μπαγιώκης). Ο «ΟΡΦΕΑΣ» δέχτηκε να είναι χορηγός επικοινωνίας εξ’ αρχής, όταν ακούσαμε το premaster με το όλο υλικό. Εξαιρετικά, όλα τους, τα κομμάτια, με ήθος, ποιότητα, αλήθεια και ψυχή. Στίχοι ποιητικοί αλλά και με λαϊκή σοφία μέσα τους, μουσικές που αποδεικνύουν την ύπαρξη και τη συνέχεια του καλού λαϊκού τραγουδιού στις μέρες μας και ερμηνείες που οριοθετούν την τέχνη της φωνής, του τραγουδιού δηλαδή.
Κουβέντιασα με τον Μιχάλη Τερζή και τον Δημήτρη Λέντζο για τον «Απόπλου», αλλά και για τον καημό που δέρνει και τους δυο τους για το Ελληνικό Τραγούδι. Μιλήσαμε ακόμα για την τέχνη(και της μουσικής) που χρειάζεται ιδεολογία. Κι ιδεολογία πρέπει να έχει ένας δημιουργός,  όπως ο Μιχάλης Τερζής, για να λέει, με διαύγεια, ότι : «οι κουρντισμένες εξάψεις χαράς και τα χάχανα των πρωινάδικων δεν έχουν καμιά αντιστοιχία στη ζωή μας». Όπως και για να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, πως, έχουμε παραδώσει τα κλειδιά της ζωής μας κάπου αλλού έξω από μας! Ο «Απόπλους» πάντως, απευθύνεται σε όσους δεν τα έχουμε παραδώσει ακόμα και μας υπόσχεται έναν απόπλου από το «άλλο στο αλλού» ή, όπως το θέτει ο Δημήτρης Λέντζος, στην «εντόσθια πατρίδα μας»!

Η πρώτη σας δισκογραφική συνάντηση έγινε, πριν, σχεδόν, 15 χρόνια. Θα ήθελα όμως να μου πείτε για την πρώτη – πρώτη συνάντησή σας, η οποία και σας οδήγησε στις δισκογραφικές συνεργασίες σας που ακολούθησαν όλα αυτά τα χρόνια.
Μιχάλης Τερζής: Συναντηθήκαμε τυχαία. Ήταν κάτι που θα γινόταν οπωσδήποτε λέω ... Βρέθηκα μπροστά σ’ έναν ατίθασο νέο άνθρωπο, με γνώσεις, σφρίγος, εμμονές, δυναμισμό, καινούργιες ιδέες και πολύ χιούμορ. Σε αυτές τις αμφίδρομες σχέσεις πρέπει να υπάρξει πάντα η απαραίτητη συνθήκη, να “δει” ο ένας την εικόνα του μέσα στο έργο του άλλου. Είναι σαν τα ποτάμια που μικρά αρχικά συναντιούνται στα φαράγγια για να ενώσουν τη δύναμή τους και συσσωρεύοντας ενέργεια να πέσουν μεγαλύτερα με ορμή στη θάλασσα για να εξαγνισθούν μέσα της, με την όποια οντότητά τους.
Δημήτρης Λέντζος: Τον Μιχάλη Τερζή τον γνώρισα μέσω ενός κοινού γνωστού το 1995. Ήξερα το έργο του και ήθελα να συνεργαστούμε, αυτό έγινε σχεδόν αμέσως με δύο τραγούδια που μπήκανε σε ένα δίσκο του Τάκη Κωνσταντακόπουλου. Οι συναντήσεις αυτές συνήθως είναι συναντήσεις πρώτα-πρώτα των έργων του καθενός, μετά έρχονται οι άνθρωποι και δένονται μαζί.

Αν ζητούσα στον Μιχάλη Τερζή να μου μιλήσει για τον στιχουργό Δημήτρη Λέντζο και στον Δημήτρη Λέντζο να μου μιλήσει για τον συνθέτη Μιχάλη Τερζή, πως θα σκιαγραφούσατε ο ένας τον άλλον;
Μ.Τ.: Ο Δημήτρης ήταν έτοιμος από καιρό. Παιδί της περιφέρειας και εκείνος κουβαλούσε όλους τους εφιάλτες και τα θαύματα που δυναστεύουν τη ζωή μας … Ζήτησα να γνωρίσω τα κείμενά του. Όταν εμβαθύναμε στη συζήτηση είδα ότι έχουμε πολλές κοινές αφετηρίες, μας έδερνε ο ίδιος καημός για την γλώσσα μας, την τέχνη γενικά και βέβαια για το Ελληνικό τραγούδι. Στα κείμενά του βρήκα αρμονικό βάθος, πλούσια  θεματολογία. Νομίζω ξεκινήσαμε αμέσως με δύο τραγούδια …
Δ.Λ.: Ο Μιχάλης Τερζής είναι συνθέτης. Αυτό είναι μια πολύ δύσκολη συνθήκη η οποία εμπεριέχει πολλά πράγματα για να ισχύσει, αυτά τα πολλά πράγματα τα έχει ο Μιχάλης Τερζής. Πάνω απ’ όλα όμως η τέχνη χρειάζεται ιδεολογία και αυτή επίσης την έχει ο Μιχάλης Τερζής. Με όλα τούτα δεδομένα ο συνθέτης Μιχάλης Τερζής, ήτο “απέναντι” στο ρεύμα και την ιδεολογία μιας εποχής παρδαλής και όχι χρωματιστής, μιας εποχής πλαδαρής και χορτάτης, μιας εποχής ευδαίμονος και ηδονιστικής. Η τέχνη του Μιχάλη Τερζή είναι λιπόσαρκος και εσωτερική είναι σα μια εικόνα βυζαντινή δίπλα σ’ ένα εξώφυλλο περιοδικού “Life Style”. Είναι δύσκολη η τέχνη που διάλεξε να κάνει ο Μιχάλης Τερζής γιατί έχει ως προϋπόθεση την αξιοπρέπεια μια λέξη ενυπάρχουσα στη τέχνη.

Δώστε μου, ο καθένας από την σκοπιά του, την ταυτότητα του νέου σας δίσκου  «ΑΠΟΠΛΟΥΣ».
Μ.Τ.: Τα τραγούδια μας γενικά λέω πως είναι οι δυνάστες μας, που σου κατατρώνε την ψυχή, μέχρις ότου αποκρυσταλλωθούν και γίνουν πρόσωπα οικεία με λόγο και ήχο, αποτυπωμένο στο χαρτί. Πρώτα πρέπει να περάσουν βέβαια από τους “καθαρμούς” στο studio για να αποκτήσουν ύπαρξη ... και όταν αυτό συντελεσθεί, τότε γίνονται βάλσαμο για το είναι σου … εάν φυσικά όλα πάνε καλά … Έτσι κάπως  έγινε και με τον δίσκο “Απόπλους” όπου κάθε κομμάτι είναι και ένα αυτοτελές θεατρικό μονόπρακτο ...
Δ.Λ.: Ο “ΑΠΟΠΛΟΥΣ” δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα κύκλο τραγουδιών, λαϊκών τραγουδιών, που γράφηκαν με μεγάλο μεράκι και αίσθηση του λιτού με ότι σημαίνει αυτό, αν σημαίνει κάτι. Χωρίς μεγάλες κουβέντες, είναι μια εργασία με 11 τραγούδια, που τ’ ακούς (αν μπορέσουν και φτάσουν στ’ αυτιά σου, μεγάλο ζήτημα αυτό) και τα παίρνεις μαζί σου ή τα πετάς, αλλά με την προϋπόθεση που ανέφερα πριν, να φτάσουν στη ζυγαριά της “αγοράς” μ’ όλο το βάρος ή την ελαφρότητά τους.

Τις τελευταίες δουλειές σας, κι οι δυο σας, τις εκδίδετε από τον ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ του Θανάση Συλιβού. Σε μια εποχή κρίσης της δισκογραφίας, όπου οι περισσότεροι συγκεντρώνονται στις μεγάλες δισκογραφικές, γιατί εσείς προτιμήσατε μια, με σαφή μεν ποιοτικό στίγμα, αλλά, “μικρή” δισκογραφική στέγη;
Μ.Τ.: Ο Θανάσης Συλιβός είναι αυτό που λέμε  ήρεμη δύναμη και  σταθερή αξία στο χώρο. Μου θυμίζει τους καλούς παλαιούς εκδότες που δημιούργησαν την μεγάλη ιστορία στο χώρο μας. Στο τέλος εποχής πάντα κάτι άλλο δημιουργείται και αυτό μάλλον θα έχει ισχύ στην πορεία ... Ότι “έβγαλε” ο Συλιβός και ο ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ μέχρι τώρα είναι εξαιρετικό και για αυτό έχει ασυνήθιστα καλή εξέλιξη … Εμένα μου έκανε την τιμή - και τον ευχαριστώ - να μου “βγάλει” τον “Απόπλου” τώρα  και πριν ενάμισι  χρόνο την “Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου” . Απήλαυσα επίσης τελευταία την εξαίρετη “Χελιδών Ηδομένη” του Χρ. Λεοντή που εξέδωσε.
Δ.Λ.: Σε μια εποχή κρίσης τι πα να πει μεγάλη και μικρή εταιρεία. Ο Θανάσης Συλιβός δισκογραφεί καλά, και η μικρή του στέγη είναι φιλόξενη και επαρκής για τέτοιες εργασίες όπως ο «Απόπλους». Επιπλέον υπάρχει και ένας ακόμη σημαντικός λόγος για τέτοιες συναντήσεις με το ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ, η φιλία μου με τον Θανάση το Συλιβό.

Ο δίσκος σας ακολουθεί την παλιά κλασική συνταγή (δυο δημιουργοί / ένας συνθέτης – ένας στιχουργός) και μάλιστα με μια πλειάδα σπουδαίων αλλά και νεότερων σημαντικών ερμηνευτών. Τι σας οδήγησε σ’ αυτήν την πολυπρόσωπη επιλογή και δεν στηριχτήκατε – μια και θα μπορούσατε να το κάνετε – σε ένα μόνο μεγάλο όνομα τραγουδιστή, που θα εστίαζε πιο ευδιάκριτα στο δικό του κοινό και, γενικότερα, σε ένα ευρύ ακροατήριο;
Μ.Τ.: Πάντοτε η ενιαία θεματολογία και η αισθητική ισορροπία στους κύκλους τραγουδιών με ενδιέφερε … παρά τις όποιες αποκλίσεις … Ξεκινήσαμε με μια συγκεκριμένη λοιπόν ιδέα του Θανάση . Να γίνει ένα αφιέρωμα στα τραγούδια μας από το ποιοτικό μουσικό περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ. Συνήθως στα αφιερώματα συμμετέχουν περισσότεροι του ενός τραγουδιστές, ας πούμε τιμής ένεκεν. Δεδομένου λοιπόν αυτού, είχαμε σχεδόν διπλάσιο αριθμό τραγουδιών με τον Δημήτρη, όμως έπρεπε να προσαρμοστούμε κάπως στην gamma (κλίμακα) και στο ύφος των τραγουδιστών μας, που θέλω να τους ευχαριστήσω πολύ για την τιμή που μας κάνανε όλοι και ιδιαίτερα τον ΓΙΩΡΓΟ ΝΤΑΛΑΡΑ και τον ΛΑΥΡΕΝΤΗ ΜΑΧΑΙΡΙΤΣΑ που ήταν από την αρχή κοντά μου στο Studio.
Δ.Λ.: Αυτή η συνταγή των δύο είναι συνταγή παλιά, όπως λένε, αλλά καλή συνταγή, όταν βρίσκονται οι άνθρωποι πέραν του ενός για να δημιουργήσουν υπάρχει εν δυνάμει μια ερωτική πράξη και ως εκ τούτου πράξη σημαντική και σπουδαία. Το ότι σ’ αυτή την εργασία τα τραγούδια ερμήνευσαν τραγουδιστές περισσότεροι του ενός, μοιάζουν σαν μικρές πινελιές χρώματος πάνω σε ένα ασπρόμαυρο φόντο.

Τώρα, ακούγοντας κι εσείς οι ίδιοι, ολοκληρωμένη όλη τη δουλειά, θα ήθελα να μου πείτε τα δικά σας “αγαπημένα σημεία” πάνω στις ερμηνείες όλων των τραγουδιστών στα κομμάτια του δίσκου. Τι, ποιος και που σας συγκίνησε περισσότερο;
Μ.Τ.
: Είναι ωραίο να είσαι στο Studio με κορυφαίους τραγουδιστές και μουσικούς και βήμα-βήμα να ακούς να  ζωντανεύουν τα τραγούδια σου.  Είναι ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα που το νοιώθω κάθε φορά που συμβαίνει. Αυτές οι στιγμές είναι η ουσιαστική αμοιβή μου για τους κόπους μου τόσα χρόνια. Και τις κρατάω ως μικρά – μεγάλα κειμήλια ... (Ο σπαραγμός του Γιώργου στο “Από το άλλο στο αλλού”,  η άναρχη γοητεία στην έκφραση του Λαυρέντη στο “Θίασο”, η επιμονή του “ιπτάμενου” Κώστα στις “Μικρές ιστορίες” ώστε το άσμα να “βγει” τέλειο, ο Γεράσιμος που βρήκε στον “Απόπλου” τις ρίζες του σε Αιγαίο και Ιόνιο ( … μεσ’ τα μάτια το Αιγαίο μέθυσα και πάλι κλαίω μ’ ένα δάκρυ Ιόνιο…) , η καθαρή συγκίνηση του Μπαγιώκη στην “Μάνα μοναχή”. Η άλλη Σοφία με το τραγούδι - θεατρικό μονόπρακτο – “Κόκκινο ιώδιο”, ο Παντελής με την αισθαντική φωνή του στο “Αχ η ζωή” και βέβαια η κ. Πίτσα με την δοκιμασμένη γνήσια λαϊκότητα στο “Δεν την Μπορώ τη μοναξιά”).
Δ.Λ.: Κοιτάξτε τα τραγούδια εγώ τ’ αγαπώ “ολόκληρα και ακέραια”, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είμαι άνθρωπος των “γινομένων” αντίθετα θα έλεγα είμαι άνθρωπος “του ελαχίστου” και του “πηλίκου”. Απ’ όλους πήρα συγκινήσεις δυνατές χωρίς να θέλω να το εξειδικεύσω παραπάνω, όταν άκουσα την εργασία αυτή ολοκληρωμένη πήρα μια συγκίνηση μεγάλη, με ιδιαίτερες εντάσεις. Εγώ πήρα από όλους τους ερμηνευτές και θέλω με την ευκαιρία αυτή να τους ευχαριστήσω όλους ξεχωριστά για τη συμμετοχή τους σ’ αυτή την εργασία, τον Γ. Νταλάρα, τον Λ. Μαχαιρίτσα, τον Κ. Μακεδόνα, τον Γ. Ανδρεάτο, τον Γ. Μπαγιώκη, τον Π. Θεοχαρίδη και τις κυρίες Σ. Παπάζογλου και Π. Παπαδοπούλου.

Ιδιαίτερα θα ήθελα να σταθώ στις συμμετοχές του Γιώργου Νταλάρα και της Πίτσας Παπαδοπούλου, δυο ονομάτων με μεγάλη ιστορία. Τι σημαίνει για εσάς η παρουσία τους κι η ερμηνεία τους στο δίσκο σας;
Μ.Τ.
: Με τον Γιώργο Νταλάρα μας συνδέουν πολλά βιώματα μιας πολύ δημιουργικής εποχής για το τραγούδι όπου συντελέσθηκαν καταπληκτικά πράγματα … Κορυφαίος, κλασσικός ερμηνευτής, διέγραψε μια μοναδική πορεία αφήνοντας πίσω του μια ανεπανάληπτη διαδρομή και καταπληκτικές ερμηνείες - ηχογραφήσεις. Είμαστε φίλοι από παλιά ... από την εποχή των
μπουάτ της Πλάκας ... αλλά και από την πρώτη μου επίσκεψη στα Studio της Columbia – με πήρε μαζί του ο Απόστολος Καλδάρας - όπου ο Γιώργος ηχογραφούσε τραγούδια του και βρέθηκα να παρακολουθώ την ηχογράφηση … παρόντες εκτός του Γ. Νταλάρα, ο Αχιλλέας Θεοφίλου, και ο κ. Μάκης Μάτσας της Μίνως, στον οποίο ο κ. Απόστολος με σύστησε ως νέο συνθέτη … αξέχαστα πράγματα … Ο Νταλάρας λοιπόν ήταν ο πρώτος που στήριξε την δουλειά μου – στα πρώτα μου βήματα πάνω σε ποίηση  Κωστή Παλαμά μαζί με τον Άκο Δασκαλόπουλο «Όλη τη μουσική μεσ’ την αγάπη βάλε» (Μιnos-Emi /1984). Δε μπορώ να τον συγκρίνω παρά μόνο με κορυφαία αναστήματα στο χώρο που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Συγκλονίστηκα στο Studio με την ερμηνεία του  στο τραγούδι “Από το άλλο στο αλλού”, όπως και στο “Να’ χεις τύχη”. Επίσης χάρηκα πολύ όπως πάντα τις “πλάκες” των διαλειμμάτων … Η κ. Π. Παπαδοπούλου φέρει μια δοκιμασμένη γνήσια λαϊκότητα με το βάρος και την εμπειρία που σφυρηλάτησαν σιγά-σιγά μέσα στα χρόνια την έκφρασή της, πλάι ακόμα και στον Στ. Καζαντζίδη. Είναι αυθεντική και μπορεί να αγγίξει – στα καλά τραγούδια - δραματικά συναισθήματα που νοιώθει ο λαϊκός μοναχικός άνθρωπος. Ένα τέτοιο τραγούδι με τίτλο “Δεν την μπορώ τη μοναξιά” με οδήγησε σε εκείνη. Το είπε καταπληκτικά και την ευχαριστώ.
Δ.Λ.: Ο Γιώργος Νταλάρας είναι μεγάλος ερμηνευτής, είναι μέσα στους πέντε μεγαλύτερους τραγουδιστές των τελευταίων εξήντα ετών (Καζαντζίδης – Μπιθικώτσης – Μητροπάνος – Μητσιάς, οι άλλοι τέσσερις της πεντάδος), και αυτό πρώτα – πρώτα είναι τιμή η συμμετοχή του στον “ΑΠΟΠΛΟΥ” και όταν βέβαια ερμήνευσε και τα τραγούδια μ’ αυτή τη δύναμη και  αυτή την αλήθεια, είναι ένας λόγος ακόμη παραπάνω για να σταθώ στο πόσο ευεργετήθηκαν τα δύο τραγούδια αυτά.
Όσον αφορά τη συμμετοχή της Πίτσας Παπαδοπούλου, θέλω να τονίσω κάτι, ότι τα τραγούδια για μένα είναι “μονόπρακτα”, είναι κάτι σαν την ΠΑΡΑΒΑΣΗ στην αρχαία κωμωδία, δεν δένουν οπωσδήποτε με κάτι άλλο δίπλα τους, δεν έχουν μια ανάγκη τέτοια για να σταθούν ως ρόλος. Η Πίτσα Παπαδοπούλου είναι μια μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια που τραγούδησε μοναδικά ένα δυνατό Ζεϊμπέκικο. Ο “ρόλος” αυτός της ανήκε.

Αρκετά από τα τραγούδια έχουν θέματα πικρά και συγκινητικά («Από το άλλο στο αλλού», «Αχ! Η ζωή», «Μάνα μοναχή»), αλλά κι όλα τα μοτίβα (έρωτας - θάνατος – μοναξιά – μάνα - κοινωνία) του δίσκου, προσεγγίζονται, πιο πολύ, από τη δραματική πλευρά τους, εξαίρεση, ίσως, αποτελεί το ομότιτλο («Απόπλους»). Είναι το ύφος και των δυο σας αυτό ή η δύσκολη εποχή μας που το επιβάλει;
Μ.Τ.: Τα τραγούδια έχουν την δική τους μικρή ιστορία … Ο άνθρωπος όμως είναι σοφός από την φύση του για να δύναται να κατανοεί και να ερμηνεύει τα φαινόμενα της νομοτελειακής του πορείας στη ζωή. Η ανάγκη αυτής της προσπάθειας για ερμηνεία και κατανόηση γεννάει την τέχνη. Η τέχνη όμως είναι από μόνη της μια σπονδή στον έρωτα για την ίδια τη ζωή και την συμπαντική ύπαρξη. Το πιο βαθύ συναίσθημα της χαράς αναβλύζει από την συνείδηση ότι υπάρχουμε. Στο όριο αυτό “στέκει” ο Διόνυσος για να αποκαθάρει και να εξαγνίσει την ψυχή μέσα –πάλι - από την τέχνη της μουσικής και του χορού για να φτάσει στη χαρά και στη συνέχεια στην έκσταση … Αν δεν εκφρασθεί πρώτα το δραματικό στοιχείο που βαραίνει την ψυχή μας δεν θα υπάρξει ποτέ το δεύτερο δηλαδή η Διονυσιακή κάθαρση … Όταν μπούμε  στην λειτουργία ενός ζεϊμπέκικου και χορέψουμε, είδατε πόσο λυτρωνόμαστε και πόσο ανάλαφροι νοιώθουμε … μετά …; Το ίδιο και όταν βγούμε από ένα θέατρο μετά το τέλος μιας παράστασης ή συναυλίας … Αυτή είναι η πολύτιμη αξία της τέχνης … Οι κουρντισμένες … εξάψεις χαράς και τα χάχανα των “πρωινάδικων” είναι για … και  δεν έχουν καμία αντιστοιχία στη ζωή μας …
Δ.Λ.: Κοιτάξτε να δείτε, στον δικό μας πολιτισμό όλα τα πράγματα γίνονται στην ενδοχώρα του Πένθους, άλλωστε και στην κωμωδία την αρχαία, που νομοτελειακά κανένας θα έλεγε ότι εκεί θα υπάρχει αυτό το απόλυτο “έξω”, το πολύ χαρούμενο, υπάρχει και εκεί μια πίκρα. Εγώ νομίζω ότι αυτό το πολύ “αισιόδοξο” με την μεγάλη ελαφρότητα που το καθιστά τις περισσότερες φορές μέρος ενός συστήματος να δείξουμε την ευτυχία σαν κάτι τόσο υλικό και τόσο γελοίο, είναι ίσως η μεγαλύτερη ύβρις απέναντι στη χαρά.
Όλα λοιπόν τα θέματα που προσεγγίζει ο “ΑΠΟΠΛΟΥΣ” είναι θέματα της καρδιάς και όχι του μυαλού.

Ο δίσκος σας είναι, κατά βάση, λαϊκός, περιλαμβάνοντας, ως επί το πλείστον,  χασάπικα και ζεϊμπέκικα. Από τη μια, αποδεικνύετε, έμπρακτα, ότι το λαϊκό τραγούδι υπάρχει κι, από την άλλη, έρχεστε σε αντίθεση με όσους υποστηρίζουν ότι το λαϊκό τραγούδι έχει “τελειώσει” κι ότι ο λαϊκός ήχος σήμερα είναι ο ηλεκτρικός και πως η σύγχρονη στιχουργία πρέπει να κινείται σε μοντέρνες φόρμες. Θα ήθελα τη δική σας θέση σ’ αυτή τη διχογνωμία.
Μ.Τ.: Το τι είναι γνήσιο λαϊκό σήμερα θέλει πολύ κουβέντα. Η εκλαΐκευση στην τέχνη και του τραγουδιού δεν κάνει ποτέ καλό. Αφαιρεί την ουσία και αλλοτριώνει τα πράγματα. “… Φορτώσαμε τη ζωή μας με πολλά στολίδια και ψευτομαλάματα και χάσαμε το γνήσιο πρόσωπό της … “κάπως έτσι περιγράφει ο Γ. Σεφέρης την ακατάσχετη λαϊκίστικη ... αυταρέσκεια μας. Η αφαιρετική διαδικασία και η γνώση θα φέρει την καθαρότητα και την αρμονία … και στο τραγούδι. Τα πολλά πετάξτε τα παιδιά! Η ουσία είναι στα λίγα ... και οι οργανοπαίχτες … “Τι να τα κάνω τα πολλά αφού μπορώ στα λίγα …” λέει ένα τραγούδι μας. Σημασία έχει να μπορείς να πεις δυο λόγια την κατάλληλη στιγμή και να είναι χρήσιμα. Διαχειριστήκαμε ως κοινωνία, τα τελευταία χρόνια, τον “πλούτο” με ακόρεστη βουλιμία. Με τρομάζει η απληστία των κλεπτών … που τα θέλουν όλα δικά τους … “Τι να τα κάνω τα πολλά τα λόγια τα μεγάλα αφού στα λίγα τα καλά και η χαρά μια στάλα … "
Δ.Λ.: Διχογνωμούμε χωρίς να συνδιαλεγόμεθα για το ζητούμενο που είναι το καλό λαϊκό τραγούδι με την “ακριβή” έννοια του λαϊκού. Για μένα υπάρχουνε καλά και κακά τραγούδια, αλλά στην εποχή της μεγάλης ασχήμιας και ξεφτίλας το καλό είναι ένα πράγμα ακατανόητο ως προϋπόθεση μιας μάχης με το κακό και καθίσταται πλέον επαναστατική πράξη το ενάντιο καλό και στο τραγούδι. Τις άλλες έννοιες περί ήχων, εποχών και ηλεκτρισμού ίσως χρειάζεται να τις κάνουν άλλοι επαΐοντες πέραν εμού του αδαούς περί αυτών των ειδικοτήτων.

Αποπλεύσατε λοιπόν. Πως όμως νομίζετε – στην εποχή των μεγάλων ταχυτήτων, της υπερπροσφοράς και της τηλεοπτικής κυριαρχίας - ότι ο «Απόπλους» σας μπορεί να γίνει γνωστός στο μεγάλο ακροατήριο;
Μ.Τ.: Δεν γνωρίζω εάν και πόσο πολύ ανάγκη έχουμε πλέον σήμερα τα τραγούδια … Όταν αποστερήσεις τη ζωή σου από αυτά που σε γαληνεύουν, σε ωθούν στη θετική ενέργεια, σε κάνουν να αισθανθείς την εσωτερική σου φωνή, σε κάνουν να δώσεις χρόνο σ’ αυτά που αγαπάς, να χαμογελάσεις στον διπλανό σου, να δακρύσεις, να ευχαριστηθείς, να παραδεχθείς το λάθος σου … να θυμώσεις για την αδικία ή για κάτι άλλο, έχεις χάσει πολλά “επεισόδια” και παρέδωσες τα “κλειδιά” της ζωής σου κάπου αλλού, έξω από σένα … Ποτέ όμως δεν πρέπει να είναι αργά …
Δ. Λ.: Ο ΑΠΟΠΛΟΥΣ είναι μια μικρή ξύλινη βαρκούλα δίπλα στα μεγάλα εκείνα καράβια εκείνων των πολλά υποσχόμενων αποπλεύσεων. Έχει κουπιά, μικρά πανιά, έχει ζόρι, δεν έχει πυξίδα γιατί το “αλλού” είναι έτσι κι αλλιώς η πατρίδα μας, η “εντόσθια”, όπως λέω εγώ, πατρίδα μας. Και “Έναν” να πάει αλλού αυτή η βάρκα αξίζει το κόπο, εμείς δεν είπαμε ότι θα πάμε όλο τον κόσμο απέναντι, αν και χωράει όλος ο κόσμος σε τούτη τη βάρκα.

Φωτογραφίες: Πόπη Σκούμπαφλου, Θανάσης Συλιβός, Μιχάλης Τσαντίλας