12152017Παρ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Τα Περιττά

Χριστούγεννα για τον Θοδωρή Καλούμενο

Προ-χριστουγεννιάτικες μέρες σε σκηνικό αυστηρής πραγματικότητας – επιστροφή στα δύσκολα της μεταπολεμικής Ελλάδας – με «ενέσεις» τεχνητής χαράς, που αναβοσβήνει σαν τα λαμπάκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, με προσπάθειες να μην γίνουν μαύρα και τα χιονισμένα παραμύθια των παιδιών.

Τα ραδιόφωνα διαδηλώνουν ακόμα την πίστη τους στον Αι-Βασίλη, αυτοί που κρατούν τα ηνία της ζωής μας μάλλον δεν έχουν καταλάβει τίποτα από τους καημούς των κοινών θνητών, οι «μεθοδικοί κλέφτες» των ονείρων μας κυκλοφορούν ελεύθεροι και προκλητικοί και πολύ φοβάμαι πως γίναμε όλοι τόσο αναλώσιμοι.

Μέρες περισυλλογής, αναστοχασμού, λίγα χαμόγελα, κουβέντες για αριθμούς και χρέη, απολογισμοί, όταν τελειώνουν τα συμβατικά χρόνια, το 2010 μάλλον θέλει να τελειώνει και τα σακιά μας βαραίνουν κι άλλο κι αυτό το ξέρει καλά η Ιωάννα Καρυστιάνη.

Μετράμε τα καλά και τα κακά και δε βγαίνει πουθενά αυτό που ευχόμαστε. Λείπουν στιγμές, λείπουν οι προσδοκίες, λείπουν οι ιδέες, λιγοστεύουν τα κουράγια και κυρίως λείπουν οι άνθρωποι με το φως στα μάτια τους.

Ο Θοδωρής ο Καλούμενος ανήκει στις απώλειες αυτής της χρονιάς. Για τους δικούς του, τους φίλους του, τη Δημοτική Πινακοθήκη, για τη ζωγραφική, για την πόλη, για τον πολιτισμό.

Εγώ τον ήξερα λίγο. Θα ήθελα να τον γνώριζα περισσότερο. Ευφυΐα, ιδιαιτερότητα, χιούμορ, μια θλιμμένη αισιοδοξία κι η αναζήτηση του παραπέρα τον χαρακτήριζαν πέρα από το ταλέντο και την εικαστική του υπόσταση.

Μια αγωνία για την γλώσσα, ένα διαρκές παιγνίδι, μια ικανότητα σύνθεσης νέων λέξεων, ένας μοναχικός γλωσσοπλάστης που ανανέωνε και πλήθαινε τις λέξεις στα γραπτά του αλλά και στα προφορικά του παιγνίδια.

Ένα πρωί, καιρό πριν, σε μια βόλτα μου στην Πινακοθήκη, στο γραφείο του, με κέφι και παιγνίδι μούχε πει:

«Το πεπόνι παγώνει

Το παγώνι δεν πεπόν(ει); »

γελώντας για τις παράξενες αναστροφές, τις παγίδες, τ΄ ανοίγματα, τις ευρεσιτεχνίες που αφήνει η γλώσσα να κάνουμε. Γελούσα μέρες και τόλεγα σε όλους. Γιατί μου άρεσε αυτό το πείραμα, το παίδεμα, το δημιουργικά ευφυές μέχρι παραλογισμού αναποδογύρισμα των λέξεων και των σχέσεων τους. Γιατί ένιωθα και νιώθω ότι λιγοστεύει αυτό το είδος των μοναχικών στοχαστών και πρωτοπόρων, που ονειρεύονται για όλους μας  και δε μας το λένε αλλά το κρύβουν μέσα στο βλέμμα τους. Κι ο Θοδωρής είχε αυτό το βλέμμα, είχε την όψη και την κόψη των σκούρων ματιών, σα Φαγιούμ, με μικρές πυγολαμπίδες που φανέρωναν την εξυπνάδα ενός πικρού χιούμορ, για να αντιμετωπίζει μια αντί-αισθητική πραγματικότητα με μικρούς πυρήνες ελπίδας.

Μέσα στην ταχύτητα των ημερών και της ζωής μας , που μας ενδιαφέρει μόνο ο εαυτός μας και η δική μας  σωτηρία, ξεχνιόμαστε, ξεχνάμε, χανόμαστε. Κι έτσι είναι τόσο ελπιδοφόρο, έστω κι όταν ξανακούμε τις φωνές και την ψυχή, όσων έφυγαν αλλά είναι εδώ.

Σ΄αυτή την πόλη, που χωρίς να μας έχει γεννήσει, τη διαλέξαμε για να ζήσουμε κι ελπίσαμε ότι θα ευτυχήσουμε, υπάρχουν φωνές, αγωνίες, λέξεις, πίνακες, γλυπτά, ποιήματα, μαντινάδες, μουσικές, πολλών αιθεροβαμόνων και ονειροπόλων που επιμένουν στην ομορφιά της και στην ποιότητα της. Που περπατάνε τα δρομάκια της, πίνουν καφέ σε μικρές παρέες, που ατενίζουν το μέλλον με την ίδια ματιά, με δημιουργική νοσταλγία, αιώνιοι αναζητητές της Αλήθειας και του Ωραίου.

Ας τους γνωρίσουμε, έστω και απόντες αλλά και τους παρόντες, ας τους συστήσουμε στα παιδιά μας για να τους προτείνουμε έναν κόσμο που δεν καμουφλάρεται με τη χρυσόσκονη του εφήμερου και του ελεγχόμενου αλλά με το πέταγμα του χιμαιρικού πάντα προς τα μπρος και προς τα μέσα.

Καλά Χριστούγεννα

 

Βαρβάρα Περράκη