11232017Πεμ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Πρόσωπα και Θέματα

Μας περιτριγυρίζουν άπειροι συγγραφείς

Ο Γιάννης Μακριδάκης από την ακριτική Χίο, με τα δύο βιβλία του ταρακούνησε το 2009 την κεντρική σκηνή της λογοτεχνίας
Της Ολγας Σελλα

Ομολογεί ότι την αφορμή να γράψει λογοτεχνία τού την έδωσε ένας φονιάς που έχει στοιχειώσει στους τοπικούς μύθους του νησιού του, ο Πέτικας. Ο Γιάννης Μακριδάκης γυρνούσε τα χωριά της Χίου για να συγκεντρώσει στοιχεία για την Ιστορία της Νεοελληνικής Χίου (1912-1940), στο πλαίσιο του Κέντρου Χιακών Μελετών που έχει ιδρύσει στο νησί του εδώ και 13 χρόνια. Το όνομα Πέτικας το είχε συναντήσει στις αποδελτιώσεις του τοπικού Τύπου. Σ’ ένα χωριό, κι ενώ συνομιλούσε μ’ έναν παππού, ακούστηκε ένας πυροβολισμός. «Ρε Πέτικα, με σπαζοχόλιασες», λέει ο παππούς σ’ έναν πιτσιρίκο, που έπαιζε μ’ ένα ψεύτικο όπλο. Τότε ο Γιάννης Μακριδάκης συνειδητοποίησε ότι το όνομα Πέτικας είχε γίνει ήδη παρατσούκλι. Κι άρχισε να ψάχνει καλύτερα την ιστορία αυτού του ανθρώπου. Κάπως έτσι βγήκε το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο, «Ανάμισης ντενεκές», κι έκανε αμέσως αίσθηση, και όχι μόνο στη Χίο. Μετά όλα ήρθαν μόνα τους. Οι κριτικές, οι εκδηλώσεις, το δεύτερο βιβλίο του «Η δεξιά τσέπη του ράσου» (και τα δύο από τις εκδόσεις Εστία). Και έτσι απλά και ξαφνικά, δύο βιβλία από την περιφέρεια, που αντλούν τα θέματά τους από τα όρια του τόπου τους, άρχισαν να αφορούν και την κεντρική σκηνή της λογοτεχνίας. Το 2009, η γραφή του και τα βιβλία του συζητήθηκαν ευρύτερα. Γράφτηκαν κριτικές, ήταν υποψήφια για λογοτεχνικά βραβεία, παρουσιάστηκαν σε εκδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα. Το 2009 ήταν σίγουρα η χρονιά του.

Μαθηματικός

Ο Γιάννης Μακριδάκης δεν είχε ποτέ σκοπό ν’ ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Σπούδασε μαθηματικά, αλλά ουδέποτε ασχολήθηκε με αριθμούς και λογάριθμους. Η ιστορία και η ανθρωπολογία τον γοήτευαν πάντα. Και ο τόπος του, η Χίος. Πριν από 13 χρόνια, το 1997, έφτιαξε στο νησί του ένα Κέντρο Μελετών, του έδωσε το όνομα Πελινναίο (το μεγαλύτερο βουνό της Χίου) και μαζί με άλλους νέους επιστήμονες καταγράφουν και μελετούν τα στοιχεία της σύγχρονης ιστορίας της Χίου. «Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα και φτωχά. Σιγά σιγά, με την αποδοχή του κόσμου και με τη βοήθεια Χίων της διασποράς που μας επιχορηγούν και μας στηρίζουν, μπορέσαμε να προχωρήσουμε. Κάνουμε το μεράκι μας, ζούμε όλοι εδώ στη Χίο, και αυτό το κάνουμε από την ψυχή μας». Ομως έγραφε πάντα, για τις ανάγκες των μελετών, των δημοσιεύσεων και του περιοδικού του Κέντρου. «Οταν λοιπόν καταπιάστηκε με την έρευνα του Πέτικα, είπα: Ρε Γιάννη, αφού μπορείς να γράψεις, γράψε και κάτι άλλο». Κι έτσι μπήκε στο χώρο της λογοτεχνίας με το ίδιο πάθος που καταπιάνεται με οτιδήποτε τον γοητεύει.

Μεγεθυντικός φακός

Τα θέματα των βιβλίων του, όπως και όλη του η ενέργεια και οι δραστηριότητες, σχετίζονται με τη Χίο. «Βάζω τον εαυτό μου να σκεφτεί αν θα έκανα τα ίδια πράγματα αν ζούσα κάπου αλλού. Απαντάω όχι. Αυτά όλα μού τα ενέπνευσε η Χίος. Αν είχα αναγκαστεί ή επιλέξει να ζήσω κάπου αλλού, θα ήμουν μαθηματικός. Εδώ, με το που ανοίγω τα μάτια μου κάθε πρωί, είναι από μόνο του μπροστά μου το ερέθισμα. Η φύση, οι απλοί άνθρωποι – αυτοί είναι οι λογοτέχνες, η λογοτεχνία μιλιέται. Μας περιτριγυρίζουν άπειροι λογοτέχνες που δεν έχουν γράψει ποτέ τίποτα και άπειροι συγγραφείς που δεν ξέρουν ν’ ακούνε», λέει με μια αμεσότητα που εκπλήσσει.

Παρ’ όλα αυτά δεν έχει ψευδαισθήσεις. «Η επαρχία είναι δύσκολη, είναι ένας μεγεθυντικός φακός. Ο, τι στην Αθήνα σε τσαντίζει, εδώ το βλέπεις μπροστά σου κάθε μέρα. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί: τι κάνω εδώ; Βγαίνω από το σπίτι μου και συγχύζομαι. Αλλά μετά έρχονται οι πρώτες λιακάδες του Μάρτη, βγαίνουν οι τουλίπες, αρχίζουν τα μπάνια. Δεν μπορώ να διανοηθώ τη ζωή μου με δεκαήμερες διακοπές στη θάλασσα. Μόνο δεκαήμερες διακοπές χωρίς θάλασσα μπορώ να σκεφτώ».

Η Σίσσυ και ο αρχιεπίσκοπος

Κι αν ο «Ανάμισης ντενεκές» γράφτηκε για έναν φονιά που έγινε θρύλος, «Η δεξιά τσέπη του ράσου» γράφτηκε μόνο και μόνο για την τοποθεσία όπου βρίσκεται το μοναστήρι όπου ζει ο μοναχός Βικέντιος. «Το έχω ζήσει στο πετσί μου αυτό το μέρος. Κάποια στιγμή αποφάσισα να γράψω κάτι γι’ αυτό το τοπίο κι άρχισα να πλάθω μια ιστορία μέσα στο κεφάλι μου για να υπάρχει η ραχοκοκαλιά των εικόνων. Εκείνες τις μέρες ακριβώς πέθανε ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και μου ήρθε η ιδέα της αντιπαράθεσης με τη σκυλίτσα, τη Σίσσυ. Ηταν μια ιδέα στιγμιαία. Μόλις άκουσα την είδηση μου ήρθε στο μυαλό η πρώτη φράση του βιβλίου». Και πώς αισθάνεται που τώρα πια είναι αναγνωρίσιμος, διαβάζει κριτικές για τα βιβλία του, δίνει συνεντεύξεις... «Δεν είχα ασχοληθεί ποτέ με το χώρο, δεν διάβαζα κριτικές, δεν ήξερα τίποτα. Είναι σαν να μου λες βάλε υποψηφιότητα για βουλευτής. Στο πρώτο μου βιβλίο έστειλα τέσσερα αντίτυπα σε τέσσερις διαφορετικούς εκδότες στην Αθήνα. Μου τηλεφώνησε η Εύα Καραϊτίδου και μου είπε ότι είναι ένα πολύ καλό βιβλίο και θα το εκδώσει. Τότε γνώρισα και την κυρία Μάνια (Καραϊτίδου), και νιώθω μεγάλη τιμή. Εκείνη είναι ο άνθρωπος που άλλαξε τη ζωή μου», λέει, χωρίς ίχνος ψεύτικης ευγένειας.

Εμπνευση

Αυτά τα τρία τελευταία χρόνια έχει γοητευτεί απολύτως από τη λογοτεχνία και ασχολείται μόνο μ’ αυτό. Τόσο που όταν δεν έχει έμπνευση, παθαίνει κατάθλιψη, όπως λέει. «Γι’ αυτό αφιερώνω τα βιβλία στην κοπέλα μου. Γιατί με αντέχει όταν δεν έχω έμπνευση» Και συμπληρώνει πως, όταν γράφει, πάντα νιώθει ότι γράφει κάτι πολύ ωραίο. «Μετά αρχίζω να το αμφισβητώ. Μέχρι να πάρω από τους αναγνώστες τα πρώτα μηνύματα». Τα μηνύματα πάντως από τους αναγνώστες για τα δύο πρώτα βιβλία του ήταν ενθαρρυντικά: «Η δεξιά τσέπη του ράσου» είναι στην 7η χιλιάδα και ο «Ανάμισης ντενεκές» στην 6η χιλιάδα. Και ήδη έχει τελειώσει το επόμενο βιβλίο του που θα βγει μέσα στο 2010, ενώ από τις εκδόσεις Εστία θα κυκλοφορήσει και ένα βιβλίο με μαρτυρίες προσφύγων που έφυγαν προς τη Μέση Ανατολή στη διάρκεια του πολέμου, και με τίτλο «Συρματένιος». «Ηταν το πρώτο βιβλίο που έγραψα και είναι πολύ αγαπημένο μου», προσθέτει. Τον ρωτάω αν έχει αλλάξει η καθημερινότητά του από τότε που έγινε γνωστός και έξω από τη Χίο. «Οχι, απλώς έχω μετατοπίσει το κέντρο βάρους μου από μια τοπική γραφή σε μια πιο οικουμενική και έχω αρχίσει να ταξιδεύω και περισσότερο, γιατί έχω προσκλήσεις από βιβλιοπωλεία και σχολεία και μου αρέσει η επικοινωνία με τους αναγνώστες. Εκεί που δεν έφευγα καθόλου και ήμουνα παθιασμένος με τον τόπο και μονομανής, τώρα γνωρίζω κι άλλους ανθρώπους κι αυτό είναι σημαντικό». Χαίρεται πολύ, πάντως, που πολλοί επισκέπτονται τη Χίο επειδή έχουν διαβάσει πλέον τα βιβλία του. Και πιστεύει ότι δεν έχουν πάρει τα μυαλά του αέρα με την ξαφνική επιτυχία και ανατροπή της καθημερινότητάς του: «Το μόνο που νιώθω από τη δημοσιότητα, επειδή έχει γίνει αναγνωρίσιμο το όνομά μου, είναι ότι μπορώ πιο εύκολα να παρεμβαίνω και να λέω την άποψή μου, ενώ παλιά μπορεί να μην ακουγόταν. Κι αυτό με ικανοποιεί. Δεν μ’ ενδιαφέρει κάτι άλλο και αν με ενδιέφερε θα ήμουν στην Αθήνα να το κυνηγάω. Αλλωστε, δεν έχω απομυθοποιήσει την έννοια του συγγραφέα. Νομίζω ότι ο συγγραφέας είναι ένας τίτλος τιμής που αποδίδεται στο τέλος του έργου σου».

πηγή: Κυριακάτικη Καθημερινή 3-1-10