07272017Πεμ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Η Συνωμοσία του Θορύβου

Φύλλο 104 - Σεπτέμβριος 2011

SKITSO 2

Ψωμί

Έψαχνε. Κυρίως στα σκουπίδια. Προσπαθούσε. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο να βρει δουλειά. Δεν ήταν εύκολο. Δεν υπάρχουν πολλοί εργοδότες που θα προσλάμβαναν έντεκα χρονών παιδιά.

Καλός ο νόμος που προστατεύει τους ανήλικους από την εκμετάλλευση, αλλά δεν έχει λάβει υπόψη του εκείνους που, αφημένοι στη μοίρα τους, πρέπει να επιβιώσουν μόνοι. Για να ζήσει ζητιάνευε με το ακορντεόν του. Τον συνάντησα ένα βράδυ και του ‘δωσα κάτι ψιλά. Μου ‘πιασε την κουβέντα. “Προσπαθώ να βγάλω ένα δεκάρικο όλη μέρα, αλλά μάλλον δεν θα τα καταφέρω. Κανείς δε δίνει. Έγιναν κι αυτοί γύφτοι σαν εμένα”. Γέλασε. Εγώ όχι. Το κουράγιο του για χιούμορ με ξεπερνούσε.

 

Παιδεία

Χτυπιόταν τρία χρόνια για να μπει στο πανεπιστήμιο. Τα κατάφερε. Είχε πτυχία σε δύο γλώσσες, στους υπολογιστές και την κιθάρα από κρατικό ωδείο. Όταν μπήκα στο ταξί μου μίλησε στον πληθυντικό. Πιάσαμε την κουβέντα και έμαθα ότι αφού αρρώστησε η μάνα του, αναγκάστηκε να σταματήσει τις σπουδές, γιατί ο πατέρας του ήταν ήδη άρρωστος. “Άλλωστε, ο τομέας μου ήταν  κορεσμένος προ πολλού”. Δούλευε ως οδηγός κοντά τρία χρόνια. Του άρεσε η τζαζ. Στον ελεύθερό του χρόνο έπαιζε σε ένα σχήμα. Μιλούσε σωστά, όμορφα ελληνικά, απ’ αυτά που σου ξεκουράζουν την ακοή. Το cd player έπαιζε Pat Metheny. Η διαδρομή κύλησε σα νεράκι.

Ελευθερία

Ο Π. είχε έρθει από την Παλαιστίνη. Μεγάλωσε κάπου ανάμεσα στις βόμβες και τις φωτιές ενός ατέλειωτου πολέμου. Είχε κάνει αρκετές φορές σε Ισραηλινή φυλακή, όλες για πολιτικούς λόγους. Πριν κάποια χρόνια ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα. Απ’ ότι είχε ακούσει ήταν φιλική χώρα, με στενούς δεσμούς με την Ιντιφάντα. Του δόθηκε άδεια παραμονής. Λίγους μήνες μετά τον συνέλαβαν και του φόρτωσαν μια ορφανή από υπαίτιο ληστεία. Φιλοξενήθηκε από το ελληνικό σωφρονιστικό σύστημα και γνώρισε τις χαρές και τις ανέσεις του. Τώρα είναι έξω, αλλά κάθε τρεις και λίγο τον μαζεύουν ως ύποπτο για κάτι καινούριο. “Τα ίδια σκατά είστε κι εσείς” μου είπε. Κούνησα το κεφάλι αμήχανα.

Ισότητα

Η Ε. γύριζε από τη δουλειά. Έφτιαχνε καφέδες σε δωδεκάωρη βάση σε ένα από το μαγαζιά του εμπορικού κέντρου της πόλης. Ήταν όμορφη και καλοφτιαγμένη, γεγονός που την έκανε προνομιακό στόχο διάφορων πιθήκων που ήθελαν “σερβίρισμα” σε άλλα επίπεδα. Εκείνη απέφευγε με χαμόγελο τις κακοτοπιές και συνέχιζε να γεμίζει φλιτζάνια και πλαστικά κυπελάκια με ροφήματα. Ο μισθός της ήταν λίγο παραπάνω απ’ το νοίκι της. Κατάκοπη, νυσταγμένη, με τα πόδια και τη μέση τσακισμένα απ’ την ορθοστασία, μπήκε στο αυτοκίνητο. Έβγαλε φλας κι έκανε να ξεκινήσει, όμως ένα θεόρατο τζιπ πέρασε ξυστά απ’ το αυτοκίνητό της με ιλιγγιώδη ταχύτητα κορνάροντας. Η φωνή του οδηγού ακούστηκε βροντερή : “τράβα μωρή π… σπίτι σου να πλύνεις κάνα πιάτο”.

Αδελφοσύνη

Όταν χρειάστηκε να φτιάξω μια ξύλινη σκαλωσιά, ζήτησα από ένα φίλο να μου συστήσει κάποιο μάστορα να με βοηθήσει. Την άλλη μέρα ήρθε ο Λ., Αλβανός που μένει χρόνια στην Ελλάδα. Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε. Στην ουσία όλα μόνος του τα’ κανε, απλώς όπου χρειαζόταν βοήθεια με καθοδηγούσε. Μιλούσε αρκετά καλά ελληνικά. Δούλευε σε οικοδομές και προσπαθούσε να μαζέψει χρήματα για να ζήσει αξιοπρεπώς στην πατρίδα του. Τη γυναίκα και το παιδί του τους είχε ήδη στείλει πίσω, γιατί διάφοροι τύποι δεν τους άφηναν σε ησυχία στη γειτονιά, λόγω της καταγωγής τους. Κάποια στιγμή χάσαμε το σφυρί και καθώς ψάχναμε τον άκουσα να μουρμουρίζει “κανένας Αλβανός θα το βούτηξε”. Δεύτερη δόση θανατηφόρου χιούμορ μέσα σε λίγες μέρες.

Ευημερία

Ο Γ. ήταν δάσκαλος. Μάθαινε τα παιδιά του κόσμου να διαβάζουν και να γράφουν, να σέβονται και να εκτιμούν τους άλλους, την ιστορία, τον τόπο και τον πολιτισμό τους. Μετά από δέκα χρόνια υπηρεσίας έπαιρνε κοντά ένα χιλιάρικο. Είχε δύο παιδιά, γυναίκα άνεργη, στεγαστικό δάνειο. Ποτέ δεν παραπονέθηκε. Χαμογελούσε κι όταν τον ρωτούσες τι κάνει, απαντούσε “όλα καλά”. Κόντευε να ξεχάσει από πότε είχε να πάει διακοπές και το παλιό, μικρό αυτοκινητάκι του έμοιαζε με ανέκδοτο. Τις Κυριακές φόρτωνε την οικογένεια και πήγαιναν εκδρομές, το φαί τους όμως, το έπαιρναν πάντα μαζί, γιατί δεν είχε λεφτά για ταβέρνα. Ο Γ. είχε πίστη. Ποτέ δεν κατάλαβα σε τι.

Ευτυχία

Ο Β. ήταν μετανάστης. Έλληνας μετανάστης στην Αμερική. Δούλευε σαν συντηρητής χειροποίητων χαλιών σε ένα Πέρση εισαγωγέα. Ο Πέρσης είχε θησαυρίσει, ο Β. πάλι όχι. Ζούσε στην Αστόρια τριάντα χρόνια. Ελάχιστες φορές κατάφερε να φύγει έξω απ’ τα όριά της. Η γυναίκα του τον είχε παρατήσει για κάποιον ιδιοκτήτη αλυσίδας εστιατορίων, όταν η τράπεζα τους πήρε το σπίτι. Το παιδί του μεγάλωνε τώρα κάπου στη Βοστώνη. Το έβλεπε δύο φορές το χρόνο. Από το παράθυρο ενός μικρού διαμερίσματος κοιτούσε τις γραμμές του τραίνου που περνούσαν μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά. Τον υπόλοιπο καιρό χανόταν στα βιβλία του ή έκανε μοναχικές βόλτες στη νυχτερινή Νέα Υόρκη. Φίλους δεν είχε. Το κοντινότερο σε δικό του άνθρωπο ήταν ο Φίλιπ Ντικ, ο Κερτ Βόνεγκατ και ο Έρμαν Έσσε. Ο Β. δεν πίστευε. Ούτε έλπιζε.