05272017Σαβ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Τα ασήμαντα

Σκέψεις πάνω στον «έρωτα στα χιόνια» του Αλ.Παπαδιαμάντη

papadiamantis skitso

Η φύση στην ισορροπία της είναι τυφλή

Στην ανισορροπία της αρχίζει να βλέπει.

ILYA PRIGOGINE

Όποιος μιλεί για τον έρωτα απλώς τον περιγράφει. «Κι αν τραγουδώ τον έρωτα, είναι που δεν τον είδα» λέει σε ένα τραγούδι του ο Λουδοβίκος των Ανωγείων όταν κάποτε σε μια κουβέντα τον ρώτησα υπαινικτικά «γιατί μιλάς πολύ, γιατί διαλαλείς τον έρωτα?»

Ο έρωτας λοιπόν δεν ευδοκιμεί στην πολυλογία, στις διακηρύξεις, στις φωνασκίες. Κατοικεί στη σιωπή, στο ημίφως, στον υπαινιγμό. Στην έλλειψη, στην απουσία, στο ανολοκλήρωτο. Ποιος λοιπόν μπορεί να μιλήσει πιο αυθεντικά, πιο γνήσια, πιο βαθιά από έναν άνθρωπο που τον έχει «στερηθεί»;

Θεωρώ τον Παπαδιαμάντη τον πιο ερωτικό άνθρωπο των γραμμάτων μας. Ακούστε μόνον μερικές φράσεις του. Στο διήγημα «θέρος-έρως» περιγράφει μια νέα κοπέλα αναδεικνύοντας την θηλυκότητά της ως εξής: «τα χείλη με την ψίθυρον φωνήν εφαίνοντο μορμυρίζοντα : φίλησε με. Το ντύσιμο της τόσον βραχύ και τόσον εντέχνως  διπλωμένο ώστε ήτο ως να μην το εφόρει». Πόσο πιο καίρια να γίνει λοιπόν η περιγραφή;

Από το «όνειρο στο κύμα» «είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια».

Πάλι από το «θέρος-έρως» «κατέστειλε το πάθος, επραύνθη, κατενύγη, έκλαυσε και εφάνη ήρως εις τον έρωτα του»

Από το όνειρο στο κύμα πάλι  «ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερε από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτες του κόσμου, η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή!!»

Έτσι λοιπόν, διότι στον Παπαδιαμάντη ο έρως έχει κυρίως πνευματική διάσταση, η δε σεξουαλικότητα  ενδεχομένως και να αποπνευματικοποιεί τον έρωτα. \

Στην ελληνική γλώσσα – και σε καμία άλλη- έχομε τις λέξεις αγάπη, έρως, φιλότητα, Αφροδισιασμός, για να ορίσομε και να καθορίσομε τελείως διαφορετικά πράγματα μη κατανοητά σε άλλους λαούς.

«Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουόμενης κόρης με έκανε να μην γίνω κληρικός;» αναρωτιέται ο Παπαδιαμάντης. Φευ απαντά! Ακριβώς η ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάνει να γίνω μοναχός!! Το θηκάρι του έρωτα είναι η απουσία για τον Παπαδιαμάντη, ο έρως ευδοκιμεί στην έλλειψη, στην απουσία.

 

Δεν έχουν αυτή την αγαθή τύχη πολύ λαοί να έχουν Παπαδιαμάντη, αυτόν τον τέλειο ανατόμο της ανθρώπινης ψυχής που μας μιλά για τον κρύφιο, τον κρυπτόμενον ή και τον απρόσιτο εαυτό.

«Τ’ αμπέλια και τα κύματα, οι άνεμοι και τα πλεούμενα που αυλακώνουν νύχτα μέρα τις ιστορίες του δεν χρησιμεύουν σαν απλό φόντο στους ήρωες του. Είναι τα συγκεκριμένα ανάλογα των αισθημάτων του, μετέχουν στην διαδραμάτηση και σε έσχατη ανάγκη εμφανίζονται σαν φορείς ηθικών αξιών. Ακριβώς όπως οι γέροντες και οι γερόντισσες, οι καπετάνιοι και οι ψαράδες, οι κοπέλες και τα παιδιά, γίνονται και κείνα στα χέρια του άλλες τόσες καθαρές μονάδες, που αστράφτουν σαν ασημένια κέρματα και βγάζουν, εάν τα χτυπήσεις , τον ίδιο καθαρό ήχο με τις ανθρώπινες ψυχές» μας λέει ο Οδ. Ελύτης.

Ο Εζρα  Παουντ μας λέει «Θα ερωτευόμαστε μέχρι να καρφώσουν το τελευταίο καρφί στην κάσα μας»

Και ο Ν. Καρούζος στον Μειλίχιο Τρόπο του Βαρβαρόσα μας λέει για τον τροπαιούχο του αίματος «Ο κόσμος δεν την χωρούσε τέτοια απόγνωση… Αλαφιασμένος αποφάσιζε χαμάμ  ο τρισάλθιος (γέροντας πια και πρώην καπνιστής ) κι ονειρευότανε στην άκρατη γύμνια του την φιλήδονη ,τους γκρεμισμένους έρωτες τους τόσο πεθαμένους… Από κει μέσα έβγαινε όλος ανακούφιση και λένε τα κιτάπια πως μια μέρα του έαρος, δυο τρεις νεράιδες πάμφωτες τον έριξαν σε δέκα παραδείσους, όταν η μια τα χείλη της ανάβοντας του κράζει «Χαριεντίν, η τρικυμία είναι το άνθισμα της θάλασσας» κι ο δύστυχος αποκοιμήθη.

Έρωτας αείζωος και ευκλεής, έμφορτος την αγωνία, εχθρός και άγγελος του θανάτου, των σπλάχνων αντάριασμα - που όπως και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζει κατά Παλαμά. Η χαρά της ζωής αλλά και ο πόνος της.

Τροφή του έρωτα  είναι το λίγο, το ελλειπτικό, το υπαινικτικό, το ερωτηματικό, η αμφιβολία. Μισεί τα θαυμαστικά και τις τελείες.

Η σημερινή -στους καιρούς μας-αποφλοίωση του απ’ τον πόνο τον μεταμορφώνει σε σεξαουαλισμό και ηδονοθηρία. Ο Παπαδιαμαντικός ερως δεν υπάρχει στην ευτυχία  της πλήξης, στην  φαντασμαγορία αλλά στην  γονημοποιό δυσκολία.

Στο συμπόσιο του Πλάτωνος λέει ο Σωκράτης ότι του είπε η Διοτίμα όταν γεννήθηκε η Αφροδίτη, όλοι οι θεοί συνεστίαζαν και μαζί τους ο γυιός  της Μήτιδας, ο Πόρος. Αφού τελείωσαν το δείπνο, παρασυρόμενη από την ευθυμία έφθασε η Πενία και τριγύριζε τις πόρτες για να ζητιανέψει. Ο Πόρος λοιπόν που είχε μεθύσει από το νέκταρ, γιατί τότε δεν υπήρχε κρασί, μπήκε στον κήπο του Δία και καθώς είχε βαρύνει από το νέκταρ, αποκοιμήθηκε. Τότε η Πενία εξαιτίας της απορίας της, σκεφτόμενη να κάνει πονηρά παιδί απ’ τον Πόρο, ξάπλωσε δίπλα του και συνέλαβε τον Έρωτα. Γι αυτό έγινε της Αφροδίτης ακόλουθος και υπηρέτης, ο Έρωτας, επειδή η σύλληψη του έγινε την ημέρα των γενεθλίων της και συγχρόνως από την φύση του εραστής του ωραίου, αφού και η Αφροδίτη είναι ωραία. Και επειδή ο Έρωτας είναι γιος του Πόρου και της Πενίας προσέχτε ποια είναι η τύχη του.

Πρώτον μεν είναι πάντοτε φτωχός και απέχει πολύ από το να είναι τρυφερός και ωραίος όπως νομίζουν οι πολλοί αλλά είναι σκληρός και βρώμικος και ανυπόδητος και δίχως σπίτι.

Πάντα κυλιέται στο πάτωμα χωρίς στρωσίδια και κοιμάται στην ύπαιθρο, στις πόρτες των σπιτιών και μέσα στους δρόμους συγκάτοικος πάντα με τη φτώχεια γιατί έχει τη φύση της μητέρας του της Πενίας.

Σύμφωνα πάντα με τη φύση πατέρα του αποβλέπει στα καλά και στα αγαθά επειδή είναι γενναίος και λεβέντης και ορμητικός, φοβερός κυνηγός πάντα σκαρώνει κάποια τεχνάσματα, επιθυμεί την γνώση είναι επινοητικός, φιλοσοφεί σ’ όλη του τη ζωή φοβερός γόης και μάγος και σοφιστής.

Και από τη φύση του ούτε αθάνατος ούτε είναι θνητός αλλά την ίδια μέρα άλλοτε ακμάζει και ζει, όταν πετύχει το στόχο του άλλοτε πεθαίνει. Και πάλι όμως ξαναζεί εξ’ αιτίας της φύσης του πατέρα του, αλλά πάντα χάνει αυτό που έχει κερδίσει.

Ώστε ο Έρωτας ούτε άπορος είναι ποτέ ούτε πλούσιος και πάντα βρίσκεται μεταξύ της σοφίας και της αμάθειας.

Λοιπόν για να μπούμε στον μπαρμπα-Γιαννιό, που δεν ήτο πλέον ούτε νέος, ούτε εύμορφος ούτε  άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Μασσαλίαν.

Κανέναν δεν είχε στον κόσμον, ήτον έρημος είχε νυμφευθεί και είχεν χηρεύσει είχε αποκτήσει τέκνα και είχεν αποτεκνωθεί. Όμως είχε πέσει σε έρωτα με την γειτόνισσα την πολυλογού, σ’ ένα έρωτα ανορθογραφο,υπεχθόνιο,υπερβατικό,ανιδιοτελή ‘’εξ όλων των παθών το τυραννικώτερον.Διότι έχει παγίδα στην οποία μας κρατά στο ίδιο μας  σώμα’.

Σοκάκι με μακρύ στενό με την κατεβασιά σου

Κάμε και μένα γείτονα με την γειτόνισσα σου.Γειτόνισσα γειτόνισσα πολυλογού και ψεύτρα

δεν είπες μια φορά και συ, Γιαννιό μου έλα μέσα

Δεν υπάρχει έρωτας χωρίς ζήλεια. Αυγερινός θε να γενώ να μπω στην κάμαρα σου, να δω την τάβλα που δειπνάς, την κλίνη οπού κοιμάσαι κ.λ.π.

«Όλα τα αγαπούσε, η πολυλογού και ψεύτρα, τον άντρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Μόνον τον μπαρμπα-Γιαννιό δεν αγαπούσε. Δεν έχει όνομα το σκοτεινό αντικείιμενο του πόθου του μπαρμπα-Γιαννιού. Ένας έρωτας υπερβατικός, θραύστης της ευρυχωρίας, ανέλεγχτος, αιρετικός, έξω από τα πρέπει, Αυτεξούσιος, υπέρλογος.

Δια του έρωτος συνέρχονται εις εν άπαντα μας λέει ο Εμπεδοκλής.

Εχθρός της καθημερινότητας που απαιτεί σύνεση , πρόγραμμα, διεκπεραίωση, συμβιβαμό, εργασία, συμβατικότητα και σύμβαση.

Είχε πέσει σε έρωτα λοιπόν ο μπαρμπα-Γιαννιός. Ας τον λέμε θαύμα. Πρόκειται για τραύμα. Κάτι ξέραν οι οι παλιοί που λέγαν «Άστον αυτόν, έχει πέσει σε έρωτα». Δεν έμαθες τον έρωτα και ξέρεις από πόνο; Ρωτά μια τούρκικη παροιμία.

Και ο δικός μας ο Γιαλάφτης, απ’ το μιτάτο του στον Ψηλορείτη μας λέει:

Παρ’ όλο που επρόσεχα έπεσα στην παγίδα

Στον έρωτα που την έστησε νύχτα και δεν τον είδα

Ο Έρωτας είναι θεριό και άμα τον δεν τον μερώσεις

Μην τύχει και ξεγελαστείς τη χέρα να του δώσεις

Ή μια άλλη μαντινάδα παλιά

Με τους βοριάδες χάνεται και με το κύμα φτάνει

Ποιος έχει δει τον έρωντα σ’ απάνεμο λιμάνι;

Λοιπόν ο μπαρμπα-Γιαννιός εκαπνίζετο όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.

--Να είχεν ο έρωτας σαΐτες! Να είχε βρόχια… να είχε φωτιές… Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια… να ζέσταινε τις καρδιές… να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια…

Όπως ο γερο Φερετζέλης που πιάνει με τις θηλιές του τα κοτσύφια.

Πέραν του καλού και του κακού, του ηθικού και του ανήθικου, του λογικού και του παράλογου. Εκεί ιερουργεί ο έρωτας. Στο μύχιο και στο σκοτεινό. Που τείνει αλλά ποτέ δεν φτάνει.

Λέει σ’ ένα στίχο του ο Μανουσάκης

Αν την είχες αγγίξει….

Θα γερνούσε όμοια μ’ εσένα

Τώρα λάμπει πανέμορφη πάντα

Ηύρε τον δρόμον… τον ανεγνώρισεν. Επιάσθη από το αγκωνάρι-. Εκλονίσθη. Ακούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Εμορμύρισε.

Να είχαν οι φωτιές φώτα… Να είχαν οι θηλιές χιόνι…

Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίσει λογικές προτάσεις. Συνέχεε λέξεις και έννοιες. Όμως έβγαινε ο μύχιος καημός, το βίωμα, η αλήθεια του, ο μεγάλος πόνος, ο μεγάλος έρωτας. Δεν είχε ανάγκη τις λέξεις, τη λογική, το συνειρμό,γιατί έβγαινε απ’ την ψυχή του το τραγούδι.

Εξαπλώθη επί της χιόνος και κατέλαβε το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.

Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθεί και είτα εναρκώθη

Εύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

Και επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών , και η χιών  έγινε σινδών, σάββανον. Και έτσι αυτός ο έρωτας δεν είχεν αίσιον τέλος. Τι είναι αγάπη, και τι ο έρωτας; Ρώτησα μια φορά έναν άρρωστο μου. Ο έρωτας είναι πυρκαγιά, μου είπε, και η αγάπη ότι μείνει!!

Βέβαια η ένταση δεν αποταμιεύεται. Και δεν μπορείς να ζεις επί πολύ άνευ όρων και άνευ ορίων. Η δυσκολία, η αμφιβολία, το πάθος και η ένταση πρέπει να μετουσιωθεί σε συνοδοιπορία, σε ευρυχωρία, σε αλληλοκατανόηση, χωρίς εγωϊσμούς, ερωτήσεις και υπαινιγμούς.

Η διάρκεια είναι πάθος, λέει ο Μιχ. Γκανάς.

Στις μέρες μας όμως, εποχή που το Κοσμοείδωλο των ανθρώπων άλλαξε, όπου οι ιδέες και τα συναισθήματα αντικαταστάθηκαν με αναλώσιμα και καταναλωτικά προϊόντα και η ανταλλαγή ιδεών και συναισθημάτων κατάντησε ανταλλαγή αντικειμένων άλλαξε και ο ψυχισμός του ανθρώπου.

Στην εποχή της ταχύτητας, της κατανάλωσης, του φαίνεσθαι, της επικράτησης των φαντασιακών σημασιών της κοινωνίας της ανάπτυξης η δήθεν ικανοποίηση της επιθυμίας φενακίσθηκε και τείνει να ικανοποιείται ή σε ένα ηδονοθηρικό πλαίσιο, ή να μετουσιώνεται σε ότι το μαρκετιγκ ορίζει πια ως επιθυμία.

Δεν έχουν πια οι άνθρωποι καιρό για δημιουργική τεμπελιά, για ενδοσκόπηση, για ρεμβασμό, για έρωτα, για χιούμορ και για παιγνίδι.

Κατάντησε και ο έρωτας ένα καταναλωτικό προϊόν, ίσως γι αυτό η εποχή μας ,λένε πολλοί- είναι αντιερωτική.

Δεν μπορείς να ποθήσεις, να σου λείψει κάτι, να το μεγεθύνει η απουσία, να το ιεροποιήσει η απόσταση. Όλα είναι γρήγορα, πρόχειρα, μπροστά μας. Αλλά κίβδηλα και υποτιμημένα.

Ενώ δηλαδή γλυτώσαμε από τις ενοχές του χριστιανισμού για το σώμα μας το μετατρέψαμε σε αναλώσιμο, καταναλωτικό προϊόν, υποτιμώντας και αλλοιώνοντας το νόημα του έρωτα, πέραν της υπαρξιακής ένδειας που υπάρχει γύρω μας

Στην ιστορία μας πίσω λοιπόν, η ψεύτρα η μυλωνού αλλά και ολόκληρη η συνομωσία του σύμπαντος λειτούργησε έτσι, για την τελική προδοσία. Έτσι γίνεται και στον έρωτα αλλά και σε όλους τους πρωτογενείς, μεγάλους μύθους.

Από τον μύθο των πρωτόπλαστων και το μήλο της Εύας, την προδοσία του Προμηθέα και πάει λέγοντας, οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν ένα γεγονός προδοσίας. Για να έχει νόημα το παίγνιο, για να υπάρχει δίπολο σωστό-λάθος, για να θεμελιώνεται η ελευθερία της βούλησης και η ελευθερία της πράξης, για να αρχίζει να κυλά ο χρόνος και η ιστορία.