05272017Σαβ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Όψεις - Απόψεις

Η λίστα και οι λύκοι

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τη «λίστα Λαγκάρντ» αν αποκαλύπτει κάτι σχετικά με τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις είναι η οριστική κατάρρευση της ελίτ που κυβερνούσε τη χώρα τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Στην Ελλάδα οι κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές ελίτ βρίσκονταν πάντοτε σε μία αγαστή παρασιτική σχέση. Οι ηγεμονικές μερίδες του εγχώριου κεφαλαίου επιτελούσαν το ρόλο τους, έκαναν business οι άνθρωποι, μέσα από σχέσεις, μη διαμεσολαβημένης από θεσμούς, συγκαλύψεις των οικονομικών συναλλαγών τους. Οι πολιτικοί παρενέβαιναν έτσι ώστε το κράτος το οποίο βρίσκονταν στα χέρια τους να δυσλειτουργεί τις κρίσιμες εκείνες στιγμές που απαιτούταν ώστε ο ευνοούμενος επιχειρηματίας τους να μπορέσει να κάνει την δουλειά του ανενόχλητος. Οι πίεση που προκαλεί στην πολιτική τάξη η αποκαλύψει τέτοιου είδους σχέσεων πρέπει να συγκριθεί με προηγούμενες περιπτώσεις σκανδάλων. Οι Ζίμενς και οι υποκλοπές μπορεί να προκάλεσαν τριγμούς στην κυβέρνηση Καραμανλή αλλά δεν απείλησαν τη συνοχή μεταξύ πολιτικών και οικονομικών ελίτ.

Η ποιοτική μεταβολή βρίσκεται σε αυτό ακριβώς το σημείο. Καθώς η πίεση από την τρόικα βαθαίνει παράλληλα με τις αφόρητες κοινωνικές πιέσεις από την σταδιακή επιμήκυνση και εμβάθυνση της ύφεσης, απειλείται η συνοχή τέτοιων συμμαχιών. Και καθώς οι διάφοροι παίκτες οραματίζονται νέους κοινωνικούς και πολιτικούς συνασπισμούς που θα υποκαταστήσουν την υπάρχουσα ελίτ στο παιχνίδι των ανταγωνισμών ο λύκος προς στιγμήν ξεχνάει τα πρόβατα και στρέφεται προς το λύκο.

Στην πραγματικότητα το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα της τρέχουσας περιόδου για τη χώρα δεν έγκειται σε μία ηθικού τύπου αποκάλυψη που θα δημοσιοποιήσει ποιοι έφαγαν και ποιοι δεν έφαγαν. Η φοροασυλία της κορυφής της εισοδηματικής πυραμίδας, και ονόματα και διευθύνσεις να μην είχε, συνέχιζε να αποκαλύπτεται την τελευταία 20ετία από την σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. Η Ελλάδα, και πριν από τη κρίση, συγκαταλεγόταν στις χώρες με την μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ των χαμηλότερων και των υψηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων και με τα χαμηλότερα επίπεδα φορολόγησης του επιδεικτικού πλούτου.

Το πραγματικό λοιπόν επίδικο, δεδομένης της κατάρρευσης για την οποία κάναμε λόγο παραπάνω, είναι ο αγώνας με το χρόνο. Πόσο γρήγορα θα προκύψει μία νέα πολιτική ηγεσία η οποία να αποευθυγραμμιστεί από τις ακραίες πολιτικές λιτότητας και σε τι επίπεδα εξαθλίωσης και αποδιοργάνωσης του κοινωνικού ιστού θα παραλάβει την ελληνική κοινωνία, δεδομένου του ότι η ανεργία έχει ήδη ξεπεράσει το 25% και ότι ήδη έχει καταστραφεί πάνω από το 20% της παραγωγικής δυναμικότητας της χώρας. Και αντιστρόφως, ένα παιχνίδι με το χρόνο για τις πολιτικές εκείνες δυνάμεις που θα κληθούν να αναλάβουν την εξουσία την επομένη μέρα. Θα είναι έτοιμες ή μήπως η αδράνεια των δομών και των εξωτερικών πιέσεων θα τις καταστήσουν «μία από την ίδια», υποβαθμίζοντας ακόμα περισσότερο την πίστη των πολιτών στη δημοκρατική νομιμότητα. Το στοίχημα είναι μεγάλο και ακόμα μεγαλύτερο αν αναλογιστεί κανείς ότι πιθανότερος διεκδικητής της εξουσίας είναι η ελληνική αριστερά που έρχεται αντιμέτωπη με την μεγαλύτερη πρόκληση της ιστορίας της από την εποχή της ίδρυσης των πρώτων εργατικών σωματείων και της Φεντερατσιόν στην Θεσσαλονίκη.