05272017Σαβ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Επί της Γραμμής

Στο καφενείο – Το σύμπαιμα

-«Ρε καλώς τα παιδιά… Μαύρα μάτια κάναμε να σας δούμε… που χαθήκατε τόσους μήνες;» Η χαρά του Παντελή ζωγραφίστηκε στο χαμόγελό του.  Πάνε μήνες που είχε να δει το Γιάννη και το Θανάση. Ας τον πειράζανε…  τους αγαπούσε κα σα πελάτες και σα παρέα.

-«Παντελή, τα παράπονά σου στο Μαθιό… Μας έχει κλείσει μέσα και όλο μας λέει για επεκτάσεις και ανοίγματα. Ας έχει τύχη και φώτιση για να μας βλέπεις κι εμάς στα τραπέζια σου».

 

-« Κέρασε τα παιδιά Παντελή!». Ο Φώτης από το απέναντι τραπέζι συμπλήρωσε, εκ μέρους των θαμώνων,  το καλωσόρισμα του μαγαζιού.

 

- «Φέρε κρασί Παντελή να αντέξουμε τη καταστροφή!» Η λέξη καταστροφή έκανε τα μάτια όλων να γουρλώσουν και να αγωνιούν για την εξήγηση. Οι μέρες είναι δύσκολες για όλους και ποιος ξέρει τι να έπαθε ο Θανάσης. «Τι με κοιτάτε έτσι ρε σεις… δεν ακούτε ειδήσεις; Ο Πάπας παραιτήθηκε, στην Ρωσία πέφτουν μετεωρίτες, στην Ελλάδα o Στουρνάρας βλέπει πλεόνασμα από τους φόρους του πετρελαίου και η Ίντερ θέλει τον Χαριστέα... Τι άλλο θέλετε για να καταλάβετε ότι έρχεται η Δευτέρα Παρουσία;» Το γέλιο που ακούστηκε δεν μπορούσες να διακρίνεις αν ήταν από το χωρατό του Θανάση ή από ανακούφιση που τελικά το φίλο τους δεν τον πλάκωνε κάτι καταστροφικό.

 

-«Πες κανένα νέο ρε Φώτη! Πως τα βλέπεις τα πράγματα;» Στο καφενείο δεν υπάρχουν χωροταξικές οριοθετήσεις με βάση τα τραπέζια. Τι κι αν ο Φώτης κάθονταν σε άλλο τραπέζι, ο Γιάννης τον έκανε μέρος της παρέας. «-Τι νέο να σου πω ρε Γιάννη. Δεν τα διαβάζεις  και δεν τα ακούς κάθε μέρα; Ίδρυμα ανιάτων καταθλίψεων έχει γίνει η Ελλάδα. Κάθε μέρα βρίσκουν μια καινούργια ιστορία και βυθίζουν τον κόσμο όλο και περισσότερο στη μοναξιά και στην απόγνωση. Τα βαρέθηκα όλα! Κι όμως δε μπορώ να τα βγάλω απ’ το κεφάλι μου γιατί ορίζουν τη ζωή μου.»  «-Κάπως πρέπει να τελειώσουμε με όλο αυτό το κακό, και ‘γώ όλο και περισσότερο θέλω να ακούω αστεία κι ανέκδοτα, παρά να μιλάω γι’ αυτά» μονολόγησε χαμηλόφωνα ο Γιάννης και έστρεψε το κεφάλι του στο Θανάση, ίσως ψάχνοντας στα πειράγματά του, μια σανίδα σωτηρίας για το κλίμα που βάρυνε επικίνδυνα .

 

«Δε χωράνε αστεία μ’ αυτά τα πράγματα Γιάννη. Για να τελειώσουμε με το κακό πρέπει να λέμε τα δυσάρεστα κι όχι τα αστεία. Μόνο έτσι θα τελειώσει, κι όταν τελειώσει θα μπορούμε να δούμε τι ήταν λάθος  να μην την ξαναπατήσουμε» Ο Θανάσης δε χαρίστηκε στην παρέα. Και συνέχισε «Ο κόσμος θα τη βρει τη λύση. Μα θες οι Έλληνες, μα θες οι Μεσόγειοι ή οι Ευρωπαίοι, κάποιος απ’ όλους ή όλοι μαζί, το τέλος σ’ αυτή τη κατάντια θα μπει. Αλλά όχι από μόνο του. Ο κόσμος θα το βάλει, γι αυτό ο κόσμος θα  πρέπει να ξέρει. Να ξέρει τα δυσάρεστα κι  αληθινά , κι όχι τα αστεία και τις ψευτομαγκιές.» Μικρή σιγή στο καφενείο, το βλέμμα του Γιάννη έκανε να φύγει από το Θανάση και να γυρίσει στο πάτωμα. Η φωνή του Φώτη διέκοψε την πορεία, το κράτησε ψηλά. «Καλά τα λες αλλά τους τελευταίους μήνες τους είδα όλους στο δρόμο. ΟΤΑ, μετρό, λεωφορεία, ναυτικούς, αγρότες. Κι εκεί που λες το καζάνι βράζει, όλοι μπήκανε και βγήκανε με επιστράτευση ή χωρίς, και δεν καταφέρανε  να ιδρώσει τ’ αυτί κανενός στην κυβέρνηση» Ο Φώτης ξεσπάθωσε, οι κινητοποιήσεις που δεν τελεσφόρησαν μηδένιζαν στο μυαλό του ,τους τρόπους αντίδρασης απέναντι στο κακό που χτύπησε τη χώρα.

 

Σαν από μηχανής θεός ο Παντελής βγήκε κρατώντας το δίσκο με το κρασί και το μεζέ. «Μη χολοσκάς Φώτη… Όλοι αυτοί που τραβήχτηκαν με το ζόρι από το δρόμο, είναι το κάρβουνο που καίει ακόμα και κρατά το καζάνι ζεστό. Ο βρασμός, το ξεχείλισμα θα έρθει όταν πρέπει να έρθει κι όταν εκείνος  που συμπάει τη φωτιά αποφασίσει ότι ήρθε η ώρα το καζάνι να βράσει. Έχε κουράγιο και δύναμη ως τότε»