12162017Σαβ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Η Συνέντευξη του Μήνα

«…η ποίηση ούτως ή άλλως είναι κοινωνικό γεγονός…» Βαγγέλης Κακατσάκης, ποιητής

kakatsakis
EXOFYLLO copy

 

«…η ποίηση ούτως ή άλλως είναι κοινωνικό γεγονός…»

Βαγγέλης Κακατσάκης, ποιητής

 Με τον Βαγγέλη Κακατσάκη είχαμε γνωριμία ,αλλά αλήθεια είναι, όχι συνεργασία. Με αφορμή την λογοτεχνική του προτροπή «Όταν γίνεις ποίημα» βρεθήκαμε σε μια εκδοτική συνεργασία, καρπός της οποίας η ομότιτλη ποιητική συλλογή αλλά και η συνέντευξη που ακολουθεί.

 

 

Γιατί γράφετε ποίηση;

 

 Κατ’ αρχάς γράφω για μένα. Γράφω από εσωτερική ανάγκη. Γράφω όταν πυκνώσει πάνω από ένα όριο η σιωπή και νιώσω έντονα την επιθυμία να αποκρυσταλλώσω στο λόγο, σαν όραμα και σαν ακρόαμα, κυρίως όμως σαν ποιητική εικόνα, αυτό που κουβαλώ μέσα μου: ένα πελώριο ερωτηματικό σαν ένα δυσβάσταχτο βάρος. Αυτό δεν σημαίνει, ότι γράφω μόνο για τον εαυτό μου. Αντιθέτως. Γράφω και γιατί θέλω να επικοινωνήσω με τους άλλους. Έχω τη γνώμη ότι ο ποιητικός λόγος καταξιώνεται μόνο όταν παίρνει μέρος στη διπολική πορεία ποιητή-αναγνώστη. Θέλω να διαβαστεί, έστω κι από έναν, το όποιο ποίημα έγραψα.

Ποια είναι η αγωνία που διακατέχει έναν ποιητή;

 

Η αγωνία που διακατέχει εμένα αρχικά, χωρίς να δηλώνω ποιητής, είναι μήπως το «έμβρυο» που συνελήφθη άγνωστο πώς στο μυαλό μου, δεν βγει ποτέ στο φως. Κουβαλώ τόσες αγεώργητες ιδέες, βλέπετε. Από κει και πέρα αγωνιώ μήπως δεν μπορέσω να αναπτύξω, όπως πρέπει, τον αρχικό πυρήνα της σκέψης που υπάρχει σαν ερωτηματικό. Το γράψιμο ενός ποιήματος είναι μια τρομερή πάλη με τις λέξεις και το ρυθμό σε τελική ανάλυση.

Θα συμφωνήσετε, ωστόσο, ότι σήμερα η ποίηση δεν έχει πολλούς αναγνώστες.

Θα έλεγα ότι σήμερα πολλοί γράφουμε ποίηση, πλην όμως λίγοι, για να μην πω ελάχιστοι, διαβάζουμε ποίηση. Είναι και που στις μέρες μας έγινε πολύ δύσκολη η επικοινωνία, καθώς τα πρόσωπα έχουν γίνει σε πολλές περιπτώσεις αριθμοί και ο λαός μετατρέπεται εύκολα σε μάζα. Είναι, όμως, και ότι ο ποιητικός λόγος έτσι όπως τις πιο πολλές φορές αρθρώνεται δεν είναι απλός. Είναι σπουδαίο πράγμα να έχει δοθεί στον ποιητή η χάρη να μιλάει απλά. Να θυμίσω τους στίχους του Γιώργου Σεφέρη: «Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη./ Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές/ που σιγά- σιγά βουλιάζει.»

Ποιο ρόλο θεωρείτε ότι μπορεί να παίξει η ποίηση στον σύγχρονο κόσμο; Η ποίηση συνιστά κατά τη γνώμη σας κοινωνική πράξη και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

 

Ν’ απαντήσω αρχικά στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος. Έχω τη γνώμη ότι η ποίηση ούτως ή άλλως είναι κοινωνικό γεγονός, αφού ο ποιητής τη χρησιμοποιεί στη βασική της αποστολή που είναι η επικοινωνία. « Λάβετε φάγετε την αδυναμία μου», λέει, με το που βγάζει στο λιακωτό της δημοσιότητας τους στίχους του ο ποιητής. Πρέπει να λέει όμως ταυτόχρονα ( κι έρχομαι στο πρώτο μέρος του ερωτήματος) και το άλλο. «Πίετε εκ της δυνάμεώς μου πάντες». Μπορεί να είναι μόνος, γυμνός, ανυπόδητος, απορημένος και άπορος ο ποιητής. Έχει, ωστόσο το χρέος να επιμένει να μιλά για τους κινδύνους που ελλοχεύουν και για τη σπανιότητα του ανθρώπινου είδους στη φύση και στην ιστορία. Εντάξει, η ποίηση δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο, μπορεί όμως να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αλλάξουν, έστω και κατ’ ελάχιστο, για ν’ αλλάξουν ύστερα αυτοί τον κόσμο.

 

Πότε αισθάνεστε ότι ένα ποίημα έχει ολοκληρωθεί;

 

Το ποίημα ως τελικό προϊόν πάλης με το ρυθμό και τις λέξεις, νομίζω ότι δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Όλο και κάτι θα’ χει να προσθέσει ή να αφαιρέσει ο ποιητής, όσες φορές και αν το δει. Κάποια στιγμή ωστόσο, θα πρέπει να το θεωρήσει τελειωμένο και να το αφήσει με εμπιστοσύνη στην κρίση του αναγνώστη. Από εκείνη τη στιγμή παύει και να του ανήκει.

Υπάρχει κάποια φράση που την έχετε σαν μότο και σας ακολουθεί στη ζωή σας;

 

Υπάρχουν πολλές φράσεις που κατά κάποιο τρόπο με ακολουθούν. Μια απ’ αυτές και του Νίκου Καζαντζάκη, που την έχω εδώ και πολλά χρόνια σε μια κορνίζα, (να’ ναι καλά ο φίλος που την φιλοτέχνησε) πάνω από το γραφείο μου. Είναι η εξής: « Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ μονάχος μου θα σώσω τη γης. Αν δεν τη σώσω εγώ θα φταίω»

Ποιους ποιητές ξεχωρίζετε;

 

Να πω δέκα Έλληνες (νεοέλληνες) και πέντε ξένους, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ξεχωρίζω κι άλλους. Από τους Έλληνες: Διονύσιο Σολωμό, Κωστή Παλαμά, Κ. Π. Καβάφη, Κώστα Καρυωτάκη, Κώστα Βάρναλη, Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Γιάννη Ρίτσο, Νικηφόρο Βρεττάκο, Γιώργο Μανουσάκη. Από τους ξένους: Τόμας Στερνς Έλιοτ, Μαρία Ράινερ Ρίλκε, Ζακ Πρεβέρ, Πάμπλο Νερούντα, Μπέρτολ Μπρεχτ. Πάντως ο …ποιητής των ποιητών είναι για μένα ο Θείος Όμηρος. Επιστρέφω συχνά στην «Ιλιάδα» και στη «Οδύσσεια». Δεν με απασχολεί αν υπήρξε ή δεν υπήρξε. Μου φτάνουν οι στίχοι του, έστω και σε μετάφραση.

Τι θα λέγατε αν σας ζητούσα να κάμετε μια αποτίμηση του πολιτισμού στη χώρα μας;

 

Αν δεχτούμε ότι πολιτισμός είναι τα έργα και οι συμπεριφορές των ανθρώπων είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά στο πλαίσιο της κοινότητας, δεν μπορώ να πω ότι βάζω  τώρα τελευταία. Θέλω να υπογραμμίσω, ωστόσο, ότι τίποτα δε χάνεται αν δεν το αφήσουμε να χαθεί και τίποτα δεν σώζεται αν δεν αγωνιστούμε για τη σωτηρία του. Με την έννοια αυτή όσο η μνήμη, που μυρίζει λιβάνι και μπαρούτι εξακολουθεί να καίει «άκαυτη βάτος», έστω και μεμονωμένα, δηλώνω αισιόδοξος γενικότερα για το μέλλον.

Θεωρείτε ότι είναι υπαρκτός ο κίνδυνος μιας ομογενοποιημένης κουλτούρας κουλτούρας στην εποχή μας;

 

Και βέβαια είναι υπαρκτός. Έχω την αίσθηση ότι όλα εντέλει γίνονται βάσει ενός καλά οργανωμένου σχεδίου. Ότι κάποιοι «στην πλήθουσα αγορά των μεταπρατών, όπου διατιμώνται τα αδιατίμητα». Για να χρησιμοποιήσω μια φράση του Χρίστου Μαλεβίτση, θέλουν να ισοπεδώσουν τα πάντα. Θέλω να πιστεύω ότι σε βάθος χρόνου δεν θα πετύχουν αυτά που επιδιώκουν. Το μεγαλείο του ανθρώπου είναι η διαφορετικότητα. Αγαπώ τον συνάνθρωπό μου, ακριβώς γιατί είναι διαφορετικός από μένα.

Ποια είναι η αίσθησή σας από την Ελλάδα (κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά) τα τελευταία χρόνια;

 

Σε μια πρώτη ανάγνωση θα’ λεγε κανείς ότι η Ελλάδα πάει «κατά κρημνών» και κοινωνικά και πολιτικά και πολιτιστικά. Σε μια δεύτερη, ωστόσο, παίρνοντας υπόψη ότι η πατρίδα μας έχει περάσει μέσα από δυσκολότερες καταστάσεις, πιστεύω ότι θα μπορέσει πάλι κάποια χρονική στιγμή, να βρει τον βηματισμό της στην Ιστορία. Ωστόσο όμως η κρίση που μαστίζει σήμερα την ελληνική κοινωνία καλά κρατεί. Πίσω απ’ τους όποιους αριθμούς είναι οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι που δεν έχουν τον επιούσιο, που δεν έχουν πού την κεφαλή κλίναι, που δεν χαμογελούν πια. Η αλληλεγγύη, έτσι όπως λειτουργεί και λειτουργείται τελευταία, είναι ένας δρόμος.

Δυο λόγια για την τελευταία ποιητική σας συλλογή

 

Να πω κατ’ αρχάς ένα εκ βαθέων ευχαριστώ στις εκδόσεις «Πολιτιστική Εταιρία Κρήτης-Πυξίδα της Πόλης». Και γιατί ανέλαβαν το «ρίσκο» της έκδοσης μιας ποιητικής συλλογής και για το εκδοτικό αποτέλεσμα και για την όλη συνεργασία. Το « Όταν γίνεις ποίημα» είναι το τρίτο ποιητικό μου βιβλίο. Είναι κι αυτό, όπως και τα προηγούμενα προϊόν πάλης με τις λέξεις και το ρυθμό, πάνω απ’ όλα ωστόσο μια απροκάλυπτη κατάθεση ψυχής που την εναποθέτω στην κρίση του αναγνώστη. Σημείο στίξης μου το ερωτηματικό, με το οποίο δηλώνω ερωτευμένος. Κατά τα’ άλλα δηλώνω: Επιφυλακτικός/ μπροστά στην τελεία./ Καχύποπτος/ στην εμφάνιση του κόμματος./ Ανήσυχος / στη θέα του θαυμαστικού./ Ξένος/ μέσα στις παρενθέσεις./ Απροετοίμαστος/ στα υπονοούμενα των αποσιωπητικών./ Ανασφαλής /στον ερχομό της παύλας.» (βλ. ποίημα στο φτερό του εξώφυλλου.)

 

 

 

Ο Βαγγέλης Κακατσάκης γεννήθηκε στο Νίππος Χανίων από γονείς αγρότες το 1948. Είναι απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας, σπούδασε στην Πάντειο Σχολή (σημερινό Πάντειο Πανεπιστήμιο) και μετεκπαιδεύτηκε στις Επιστήμες της Αγωγής. Εργάστηκε για 36 χρόνια ως δάσκαλος. Έχει ασχοληθεί ενεργά, για μια 20ετία περίπου, με το συνδικαλισμό και συνεχίζει ν’ ασχολείται εδώ και 40 χρόνια με τον πολιτισμό και την παράδοση. Είναι συνεργάτης, απ’ τα μέσα της 10ετίας του 1970, της εφημερίδας «Χανιώτικα νέα». Εκτός των άλλων δημοσιευμάτων του (ποιήματα, διηγήματα, επιφυλλίδες, χρονογραφήματα, άρθρα, μελέτες κ.λπ.) έχουν κυκλοφορηθεί σε βιβλία άλλες δύο ποιητικές του συλλογές: «Τα άλογα του χρόνου» (1973) και «ΚΑΖΟΒΑΡ» (εκδ. «Φιλιππότη», 1987).