05302017Τρι
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Η Συνωμοσία του Θορύβου

Η πόλη μου του Γιώργου Μανουσέλη

Ο καιρός είναι μουντός και συννεφιασμένος. Νιώθω καλά. Παίρνω το σκυλί και βγαίνουμε για μια μεγάλη βόλτα, να απολαύσουμε την ομορφιά της πόλης χωρίς πολύ κίνηση, χωρίς πολύ κόσμο, με τα κτίρια, τα πάρκα και τις πλατείες της παραδομένες στην πρωινή ηρεμία.

Είναι 25η Μαρτίου. Βάζω τα ακουστικά στα αυτιά και ξεκινάω για την περιπλάνηση γεμάτος ενέργεια και διάθεση. Κατηφορίζω προς τα Δικαστήρια και σκέφτομαι ότι υπάρχουν μέρες που μπορείς αλήθεια να νιώσεις τη σημασία του να είσαι ζωντανός. Φτάνω στην άδεια Ηρώων Πολυτεχνείου και αναλογίζομαι πώς οι εθνικές γιορτές συνδέονται μεταξύ τους. Δερβενάκια, Μεσολόγγι, Γοργοπόταμος, Πατησίων, τοποθεσίες – κρίκοι σε μια αλυσίδα πάλης για καλύτερη ζωή ενός λαού που ξέρει να μάχεται.

Μπαίνω στην πλατεία. Βαθύ μπλε, αρβύλες, μηχανές, κλομπ, κράνη και περίστροφα σε γυαλιστερές δερμάτινες θήκες. Οι συζητήσεις χαμηλόφωνες, τα βλέμματα βλοσυρά, με κοιτάζουν με καχυποψία, παρά το γεγονός ότι με σέρνει ένα μικροκαμωμένο πλάσμα. Η αστυνομία είναι η μόνη παρούσα, ανάμεσα σε διάσπαρτους περαστικούς που παίρνουν καφέ από τα γύρω μαγαζιά. Σφίγγομαι. Κάποιος από αυτούς σκύβει και χαϊδεύει το σκυλί χαμογελώντας. Σηκώνεται χαμογελώντας. Ανταποδίδω το χαμόγελο. Το ύφος του αλλάζει. Γίνεται εξεταστικό, σχεδόν αποδοκιμαστικό. Είμαι κι αξύριστος… Ποιους θα προστατέψουν και από ποιους; Είναι μέρα γιορτής. Ανεβάζω την ένταση της μουσικής, μήπως και πέσει λίγο η δική μου.

Παίρνω τη Δημοκρατίας (ποιος άλλαξε το όνομα αυτού του δρόμου και γιατί;) και περπατάω με φτιαχτή άνεση κι ανεμελιά. Η μουσική μου μπλέκεται με τα εμβατήρια που ηχούν από τα μεγάφωνα του δρόμου, τα πιο άχρηστα και κωμικά μουσικά δημιουργήματα όλων των εποχών.

Στρίβω σ’ ένα στενό για ν’ αποφύγω την ηχορύπανση. Περνάω από το πάρκο Ειρήνης και Φιλίας των Λαών. Την είσοδό του κλείνουν κάγκελα και δυο αστυνομικοί στέκονται μπροστά εξηγώντας σε κάποιον ότι δε μπορεί να περάσει μέσα. Γιατί; Τι κινδύνους δημιουργεί η παρουσία ανθρώπων σ’ ένα πάρκο; Έλα καλή μου, θα κάνουμε αλλού βόλτα σήμερα.

Φτάνω στον κήπο. Κάγκελα, αστυνομία, ασφάλεια, μηχανές. Μια παρέα φοιτητών περνάει με τα βλέμματα να τους ακολουθούν σε όλη τους την πορεία. Ανακατεύομαι. Νιώθω ότι οι σκέψεις μου έχουν αρχίσει να ξεφεύγουν. Ο κήπος κλειστός. Έτσι είναι οι γιορτές, μωρέ; Εγώ ξέρω ότι τέτοιες μέρες όλα είναι ανοιχτά κι ο κόσμος χαίρεται και περνά χαμογελαστός από τους δρόμους και όλοι χαιρετούν ο ένας τον άλλο και τα παιδιά παίζουν στα πάρκα και τους κήπους και οι πλατείες θυμίζουν την ευλογία της συλλογικότητας και μ’ αυτό τον τρόπο τιμάς τη μνήμη εκείνων που έπεσαν για να μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά. Προχωράω μήπως ηρεμήσω λίγο. Δεν γίνεται. Η ζημιά έχει ήδη γίνει. Ήδη θυμήθηκα όλα αυτά που θέλω να ξεχάσω, όλα εκείνα που θέλω να εξαφανιστούν από τον πλανήτη τώρα. Αυτή τη στιγμή.

Ξαναστρίβω. Έχω καταλάβει πια ότι δε θα βρω ησυχία πουθενά. Δημοκρατίας και πάλι και πίσω για το σπίτι. Στον τοίχο γράφει “τρομοκρατία είναι να ψάχνεις για δουλειά, να ζεις με τρεις κι εξήντα, να ζεις χωρίς χαρτιά”. Να και κάτι της προκοπής μέσα στον παραλογισμό. Στην κάτω πλευρά του κήπου και πάλι κάγκελα. Κάγκελα που εμποδίζουν την πρόσβαση στο οδόστρωμα, κάγκελα που εμποδίζουν την πρόσβαση στην εξέδρα των επισήμων, αιχμάλωτοι στην ίδια μας την πόλη. Ας το αφήσουμε καλύτερα ρε μάγκες. Γιορτάζουμε καμιά άλλη φορά, όταν χαλαρώσετε λιγάκι.

Γοργά βήματα. Θυμάμαι τον πατέρα μου. Ευτυχώς που δε ζει να τα δει αυτά. Η ευγένεια και η καλοσύνη του, η βαθιά αίσθηση της δημοκρατίας και της ανοχής δε μπορούν να επιβιώσουν εδώ. Λείπει το οξυγόνο.

Κι όμως, φαινομενικά όλα είναι στη θέση τους. Τα Χανιά έχουν πάντα τη γοητεία τους, την επαρχιακή τους αφέλεια, τόπος γνώριμος και φιλικός, ανοιξιάτικος ακόμα και στο καταχείμωνο, σταθερά αμήχανος μέσα στον κοσμοπολιτισμό του, κέντρο της γης κι άγονη ερημιά ταυτόχρονα.

Έτσι ήταν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Τι άλλαξε λοιπόν;

Πότε παραδόσαμε την πόλη; Ξαφνικά, κάμποσοι από μας νιώθουμε σα να είμαστε από άλλο ανέκδοτο, όσο κι αν με όπλο την καθημερινή προσποίηση κατορθώνουμε να παραμείνουμε μέρος του «κοινωνικού ιστού» που έχει αρχίσει να μυρίζει σα χαλασμένη κονσέρβα.

Φτάνω στο στενό του σπιτιού μου. Επιβραδύνω, παίρνω μερικές βαθιές ανάσες να επανέλθω, να διώξω την απογοήτευση που μ’ έχει καταλάβει. Μάταιο. Από κάπου ακούγεται μια σειρήνα. Ταιριαστό συμπλήρωμα. Ο δρόμος μου τελειώνει. Ο καιρός είναι μουντός και συννεφιασμένος. Νιώθω χάλια.