11242017Παρ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Επί της Γραμμής

Φύλλο 117 Ιούνιος - Ιούλιος 2013

Τα βράδια του καλοκαιριού το καφενείο αλλάζει. Θες η άπλα της πλατείας, θες η δροσιά του πλάτανου, θες η κρύα μπύρα με τα μεζεδάκια του Παντελή, θες όλα μαζί, τα τραπεζάκια γεμίζουν με κόσμο, που με ζωηρές κινήσεις και φωνές δημιουργούν την οχλοβοή μιας εμποροπανήγυρης.

 «Παντελή !! τι έγιναν εκείνες οι μπύρες; Τώρα πάς να τις αγοράσεις;» Ο κόσμος είναι τόσος που ο Παντελής σπάνια μπορεί να τον καταφέρει μόνος του.

 Στο τραπέζι της γωνίας κάθεται ο Γιώργης με τη γυναίκα του και τους κουμπάρους του. Ο γιός του έγραψε καλά στις εξετάσεις και κερνάει όλο χαρά! Όχι στις πανελλήνιες, πρώτη γυμνασίου είναι το παιδί, ήταν όμως οι πρώτες του εξετάσεις και όπως και να το κάνεις… δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη χαρά από την επιτυχία του παιδιού ή από τη δικαίωση του αγώνα που έδωσε η Κούλα – η γυναίκα του - σε όλη τη διάρκειά τους! «Στην υγειά σας κουμπαράκια! Να είστε καλά με την ευχή που του δώσατε!»

 Δεξιά τους ο Ευτύχης, κι αυτός με τη γυναίκα του και ακόμα δύο φιλικά τους ζευγάρια συζητά όλος ενθουσιασμό για το γαμπρό που έφερε η κόρη τις προάλλες στο σπίτι. Πριν από δύο χρόνια το Μαριό έφερε το πτυχίο της Φιλολόγου, ώρα της ήταν και γι’ αυτό.  «Επιτέλους θα παίζω ένα ταβλάκι, το απόγευμα με τον καφέ, στο μπαλκόνι» λέει ο Ευτύχης και τα μάτια του βουρκώνουν από συγκίνηση μιας και τα δύο θηλυκά του σπιτιού, του δίνουν πολλές χαρές και πολύ αγάπη αλλά τις μικρές αντρικές συνήθειες και κόντρες  ποτέ του δεν τις έζησε εκεί.

 Στο πίσω τους τραπέζι κάθονται τέσσερα αγόρια, έχουν δεν έχουν πάει φαντάροι. Μιλούν δυνατά για τις μεταγραφές που θα κάνει η ομάδα αλλά και γι’ αυτές που κάνουν οι αντίπαλοι. «Ρε τι τα θες! Από το τίποτα σου βγαίνει διαμάντι! Δεν είδες αυτόν το Γιάννη Αντετοκούνμπο. Σκίζονται στο ΝΒΑ ποιος θα τον πάρει, κι εμείς παραλίγο να μην τον κάνουμε Έλληνα!»

 Πιο κει τρεις κοπέλες. Όμορφα και άγουρα νιάτα με βλέμμα σπινθηροβόλο. Η Σοφία ανάβει τσιγάρο και αναγγέλλει «Έχω ψήσει το Νίκο, τον Κωστή και το Μιχάλη. Με σκηνές στο νησί, θα περάσουμε super! Εμείς κι θάλασσα για δέκα μέρες! Άντε ρε! τι το σκέφτεστε;» Η Αλίκη αντιδρά σχεδόν αμέσως «Ε! καλά, αφού θα είναι κι ο Νίκος… θα ‘ρθω» Η Μαρία δε χρειάστηκε να μιλήσει. Μπορεί να ήταν ο Κώστας μπορεί η θάλασσα, μπορεί η περιπέτεια, το χαμόγελό της έγινε πλατύ και τα μάτια της χάθηκαν στο κοίταγμα ενός απροσδιόριστου τοπίου προς τη μεριά που τέλειωνε η πλατεία. 

 Τα βράδια του καλοκαιριού το καφενείο αλλάζει. Με ένα μαγικό τρόπο γεμίζει ζωή. Μόνο ζωή. Όλη το γκρίζο της κάθε μέρας φεύγει, λες και δεν υπάρχει.

 Από το βάθος μια μοναχική φιγούρα έστριψε προς το καφενείο. Κοντοστάθηκε από μακριά και κοίταξε, σα να έψαχνε κάποιον. Ψάχνει κάποιον, αλλά δεν είναι εκεί.  Το ’ξερε πριν ακόμα  τα μάτια  χυθούν ανάμεσα στις καρέκλες της πλατείας…. Συνέχισε το περπάτημα με πιο γρήγορο βηματισμό, έτσι ώστε να μοιάζει πως ο μόνος λόγος που περνάει από κει, είναι ο δρόμος. Εδώ ήταν το στέκι. Εδώ ερχόταν, εδώ συζητούσε για όλα εκείνα που άλλαξαν τη ζωή όλων τα τελευταία χρόνια,  μέχρι που αποφάσισε να δώσει τέλος σε όλα αυτά. Έστριψε στο στενό δρομάκι πλάι στο καφενείο. Περίεργο μα μόλις μετά από πέντε βήματα, η φασαρία της πλατείας άρχισε να χάνετε… Η οχλοβοή της Ζωής έδινε γρήγορα τη σκυτάλη στην ησυχία της νύχτας. Δεν κατάλαβε καλά καλά πως, αλλά τα χείλια άρχισαν να μουρμουράνε ένα γνώριμο παλιό σκοπό από τραγούδι της Αρλέτας. «Τα ήσυχα βράδια…  τούτη η πόλη θα ανάβει … σα μεγάλο καράβι … που θα σαι μέσα κι εσύ… και δε θα σου λείπω…»

 Σα να ψύχρανε. Να ναι άραγε ο καιρός;