09212017Πεμ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Επί της Γραμμής

Φύλλο 119 Οκτώβριος - Νοέμβριος 2013

Γράφει ο Βασίλης Παπστάμος

Ο Κώστας άρπαξε την καρέκλα και με μια, σχεδόν, χορευτική κίνηση την έστριψε ανάποδα, με τρόπο ώστε η πλάτη της να γίνει ακουμπιστήρι για τα χέρια. Με το χαμόγελο να ζωγραφίζει το νεανικό του πρόσωπό, σχεδόν φώναξε στην παρέα του τραπεζιού  : «Χάσατε που δεν ήρθατε στη διαδήλωση! Τόσο κόσμο είχα πολύ καιρό να δωΦτάσανε οι μέρες! Ο λαός τους διώχνει

Η χάντρα του κομπολογιού του κυρ-Γιώργη χτύπησε με την απέναντί της. Ο ήχος της σύγκρουσης θαρρείς και σήμαινε την εκκίνηση της απάντησης. «Κωστή! το πράμα έχει μπερδέψει από καιρό. Τούτοι εδώ μπορεί και  να φύγουνε μόνοι τους, αλλά ο κόσμος, ετούτη τη στιγμή δεν είναι στο δρόμο για την ανατροπή!».

«Κουρκούτεψες μωρέ Γιώργη; Μια ζωή στο δρόμο και στον αγώνα, και λες τέτοια πράγματαΟ Στέλιος δε χαρίστηκε στον παλιόφιλό τουέπρεπε και κάπως να καλύψει την κατάσταση στο γιό του, τον Κωστή, που είχε μείνει άφωνος και κοιτούσε.

«Ακούτε να σας πω μιαν ιστορία » απάντησε ψύχραιμα ο κυρ-Γιώργης και σήκωσε αργά το φλιτζάνι του καφέ , ίσως για να πιεί μια ακόμα γουλιά ίσως για να σκεφτεί λίγο καλύτερα όσα ήθελε να πει.  «Ας πούμε πως σας έχω στη δούλεψή μου. Σας πληρώνω ένα φτωχικό μεροκάματο, όποτε έχει δουλειά, αλλά σας το πληρώνω. Εσείς με τα λίγα αυτά λεφτά την περνάτε μεν φτωχικά, αλλά τα φέρνετε βόλτα. Εγώ, το αφεντικό, κάθε μέρα σας εμφανίζομαι με παλιά ρούχα δουλειάς κι όλο κλαίγομαι πως χρωστάω, δε βγαίνω, ξεπουλάω περιουσία και ζω κι  εγώ φτωχικά. Στις κουβέντες μεταξύ σας, είμαι σίγουρος πως θα λέτε : Ρε τον κακομοίρη το Γιώργη, ευτυχώς που αντέχει και μας δίνει κι αυτό το μεροκάματο…» Ο Κωστής δεν άντεξε «Που θες να καταλήξεις; Ότι  το ίδιο πρέπει να λέμε και για την κυβέρνησηΆλλη μια χάντρα έφυγε και βρήκε το σωρό από τις άλλες «Κωστή δε σου λέω τι πρέπει να λέμε, αλλάτι λένε’. Άσε με όμως να τελειώσω. Οι καιροί αλλάζουν και εγώ το αφεντικό έρχομαι στη δουλειά με την καινούργια αμαξάρα, κουστουμάτος και χορτασμένος κι όλο σας λέω πόσο καλά πάνε οι δουλειές . Είμαι σίγουρος πως οι κουβέντες σας τώρα θα αλλάξουν : Ρε τον τζαναμπέτη το Γιώργη, πνίγεται στο τάλιρο κι εμάς μας έχει με ένα ψορομεροκάματο» Ο Στέλιος αυτή τη φορά ανέλαβε να διακόψει , «Τι πιο λογικό; Αναδιανομή του πλούτου δε φωνάζουμε μαζί, τόσα χρόνια  «Α ρε Στέλιοεμείς και το φωνάζουμε αλλά και το ψηφίζουμε… ‘τι κάνουν όμως οι πολλοίείναι αυτό που μας ενδιαφέρει σ΄ ετούτη τη κουβέντα, και οι πολλοί σήμερα με διάφορους τρόπους τη βολεύουν ακόμα, έστω και φτωχικά»  «Ναι αλλά έτσι που το λες δε θα αλλάξει ποτέ τίποτε» πετάχτηκε αγανακτισμένος ο Κωστής. Ο Γιώργης ζάρωσε τα φρύδια του, ο τόνος της φωνής του έγινε αυστηρός «Τι πάθατε σήμερα; Άλλα λέω κι άλλα καταλαβαίνετε; Η ανατροπή μέσα από διαδηλώσεις κι απεργίες είναι βίαιη και δεν εξασφαλίζει τη συνέχεια ούτε καν αυτής  της εύθραυστης ισορροπίας στην οποία κινούνται σήμερα οι πολλοί. Οι εκλογές  όμως είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Εκεί η μετάβαση κι η αλλαγή γίνετε με ομαλό τρόπο και το σημαντικότερο : έχει τη δημοκρατική νομιμοποίηση της νωπής εντολής» «Εντάξει ρε Κυρ-Γιώργο τότε να κάτσουμε σταυγά μας και να περιμένουμε τις εκλογέςΟ Γιώργης σηκώθηκε όρθιος «Ε, μα! δεν τρώγεστε σήμερα. Αν κάτσεις σταυγά σου δε θα αλλάξει τίποτε ούτε στις εκλογές. Από πότε όμως οι απεργίες και οι διαδηλώσεις δεν έχουν κανένα άλλο στόχο παρά μόνο την  επιτόπου ανατροπή; Φεύγωμε περιμένει η Κυρά! Με φουντώσατε πάλι σήμερα πατέρας και γιόςΜε μία κίνηση του χεριού γύρισε όλες τις χάντρες του κομπολογιού μαζί και το έβαλε στην τσέπη.