11242017Παρ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Επί της Γραμμής

Στο καφενείο

Γράφει ο Βασίλης Παπαστάμος

 Τα αχνισμένα τζάμια του καφενείου δημιουργούν το χειμώνα ένα ιδιότυπο τοίχο. Με

δυσκολία διακρίνεις ποιος είναι η φιγούρα που περνά απ’ έξω , αλλά και η σκέψη σου

φυλακίζετε στη ζεστασιά του χώρου. Η διαφορά θερμοκρασίας με τον εξωτερικό χώρο που φανερώνουν οι υδρατμοί στα τζάμια, λειτουργεί ανασταλτικά σε οποιαδήποτε σκέψη να σηκωθείς απ’ την καρέκλα σου. Η πόρτα, πότε πότε ανοίγει για να έρθει ή να φύγει κάποιος και τότε ο κρύος αέρας, ορμάει στο πρόσωπό σου να σε ξυπνήσει από την αποχαύνωση της ζέστης. Γρήγορα όμως η πόρτα ξανακλείνει και η ζέστη σε περικυκλώνει και σε αγκαλιάζει ανακουφιστικά οδηγώντας το χέρι σου στο φλιτζάνι του καφέ για μια ακόμη ρουφηξιά.

 

«Καλώς το Θανάση…, Παντελή φτιάξ’ του ένα καφέ. Τι έγινες ρε θηρίο;»

 

«Θηρία και κουραφέξαλα, δε βλέπεις πως μια σταλιά κρύο μας έχει ζαρώσει σαν το χταπόδι στην κατσαρόλα ;» Η απάντηση στο Γιώργη ήταν κοφτή και σιγανή σα μουρμούρα, η έκφραση στο πρόσωπό του ήταν φανερά εκνευρισμένη. Με γρήγορες κινήσεις έβγαλε το παλτό και το κασκόλ και τα απόθεσε στην διπλανή καρέκλα.

 

«Τι έχεις και γκρινιάζεις χριστουγεννιάτικα; Δε σε πιάνουν οι γιορτές εσένα;» ο Γιώργης με ένα πλατύ χαμόγελο προσπάθησε να χαλαρώσει τον εκνευρισμό του φίλου του.«Τώρα θες να τα ακούσεις κι εσύ, όπως τα άκουσε η γυναίκα πριν στο σπίτι. Γιορτές και πανηγύρια! δε κοιτάμε τα χάλια τα δικά μας και της κοινωνίας, οι γιορτές μας μάραναν» Η έκφραση στο πρόσωπο του Θανάση παρέμεινε σταθερά εκνευρισμένη, ο τόνος της φωνής του όμως άλλαξε : από μουρμουρητό έγινε σταθερός και δυνατός.«Κάτσε γιατί πολλά τα λες» ο Γιώργης αντέδρασε στη συνεχιζόμενη γκρίνια. «Μέχρι πέρυσι εσύ ήσουνα που κανόνιζες εδώ σ’ αυτό το τραπέζι ταξίδια, τραπέζια, γλέντια, δώρα. Τα θυμάμαι όλα αυτά γιατί κι εγώ, μαζί σου, τα κανόνιζα». «Μέχρι πέρυσι. Όπως το ‘πες «μέχρι πέρυσι!» γιατί φέτος έχω να κανονίσω να πληρώσω την εφορία, τη ΔΕΗ, τα δάνεια, τα τέλη κυκλοφορίας, το ΦΑΠ, την ασφάλεια αυτοκινήτου, και ‘Θεός ξέρει τι’ ακόμα θα μου φέρει ο ταχυδρόμος αύριο. Χωρίς να τον έχω δει ποτέ μου αυτόν τον άνθρωπο, νομίζω πως σε λίγο θα συναγωνίζεται σε δημοτικότητα τους νεκροθάφτες»

«Σώπα μωρέ Θανάση! Όλα θα γίνουν, θα το δεις μ’ ένα μαγικό τρόπο θα τα φέρεις βόλτα όλα.» Ο Γιώργης θέλησε να τελειώσει τη συζήτηση.

«Τα μαγικά τελείωσαν Γιώργη… Όπως τελείωσε κι ζέστη. Το σπίτι είναι παγωμένο και το μυαλό μου αδυνατεί να βρει λύσεις. Και σα να μη φτάνει αυτό έχεις κι όλη την οικογένεια να σε κοιτά, σα να περιμένει όλα όσα γίνονταν τα περασμένα χρόνια στις γιορτές». «Άκου Θανάση, για να μιλήσουμε και σοβαρά. Οι λογαριασμοί και τα λεφτα είναι πρόβλημα μεγάλο. Όχι μόνο δικό σου, ολονών μας. Οι γιορτές, η οικογένεια κι οι φίλοι όμως είναι κάτι διαφορετικό… Με όσα έχεις, θα την περάσεις κι αν είσαι εσύ εντάξει ότι έδωσες ότι μπορούσες να δώσεις, τότε θα δεις ότι κι όλοι οι υπόλοιποι δε θα σου το χαλάσουν.»

Η πόρτα άνοιξε ξανά. Δύο πιτσιρίκοι χώθηκαν μέσα κι άρχισαν να χτυπούν τα τρίγωνά τους τραγουδώντας «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά -ψηλή μου δεντρολιβανιά -κι αρχή καλός μας χρόνος - εκκλησιά με τ' άγιο θρόνος.» Ήταν τα πρώτα κάλαντα που άκουγε σήμερα ο Θανάσης. Έβγαλε το πορτοφόλι του και βρήκε ένα πενηντάλεπτο. Παλιότερα -στους πρώτους - έδινε πεντάευρω, για το καλό του χρόνου. Τα παιδιά το πήραν και με ένα ζεστό χαμόγελο ευχαρίστησαν.

Στην ώρα του ήρθε κι ο Παντελής με τον καφέ. «Κερασμένος απ’ το Γιώργη, ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΝΑ ΧΟΥΜΕ παιδιά»