11192017Κυρ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Προαιρετικά

Φύλλο 121 Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2014

 

Διαβάζοντας Μπρεχτ…

 

 

Γράφει η Μαρία Κρέτση

 

 

 

«Ο κ.Κ. διάβαινε από μια κοιλάδα, όταν ξαφνικά παρατήρησε ότι τα πόδια του βούλιαζαν στο νερό. Πρόσεξε τότε ότι η κοιλάδα δεν ήταν παρά μια προέκταση της θάλασσας κι ότι σίμωνε η ώρα της παλίρροιας. Στάθηκε παρευθύς κι άρχισε να ψάχνει για καμιά βάρκα και, όσο έλπιζε ότι θα την έβρισκε, δεν το κουνούσε από τη θέση του. Σαν είδε όμως ότι βάρκα δεν υπήρχε πουθενά, παραιτήθηκε από τούτη την ελπίδα κι άρχισε να ελπίζει ότι η στάθμη του νερού δε θα ανέβαινε άλλο. Μονάχα όταν το νερό έφτασε ίσαμε το σαγόνι του, έπαψε να ελπίζει κι άρχισε να κολυμπάει. Είχε καταλάβει πως βάρκα ήταν ο ίδιος.»

 

Διαβάζοντας τις «Ιστορίες του κ. Κόινερ» του Μπρεχτ άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος έχει πάψει να εμπιστεύεται την κρίση του και τη δύναμη του μυαλού του. Γιατί μένει τόσο απαθής, ανενεργός και ηττοπαθής μπροστά σε όλα εκείνα τα προβλήματα που απειλούν την υπόστασή του; Γιατί να συμβαίνει αυτό σήμερα, αφού μορφώνεται καλύτερα, σπουδάζει, εξειδικεύεται, έχει πρόσβαση σε τόσες πηγές ενημέρωσης, δέχεται τις επιδράσεις ενός υγιούς οικουμενισμού, μπορεί να έχει την επιστήμη και την τεχνολογία συμμάχους του στην προσπάθειά του να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής του, έχει στο πλάι του την πολύτιμη παρακαταθήκη της εθνικής και παγκόσμιας τέχνης που του παρέχει ερεθίσματα αφύπνισης και εγρήγορσης με τα διαχρονικά της διδάγματα, ζει σε κοινωνίες που του επιτρέπουν να διαμαρτύρεται, να αγωνίζεται, να αντιστέκεται, να επιλέγει ελεύθερα.

 

Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει την αγωνιστικότητά του; Γιατί τρέφει φρούδες ελπίδες ότι κάποιος άλλος, μεσσίας ή από μηχανής θεός, θα τον σώσει, θα του βρει λύση στο πρόβλημά του; Μήπως απόκτησε πάρα πολλά-κατακτήσεις κάθε είδους- και συμπεριφέρεται όπως το σημερινό παιδί με τα αμέτρητα αραδιασμένα μπροστά του παιχνίδια, που τα βαριέται σε πέντε λεπτά, κορεσμένο από την ποσότητα του περιττού και άχρηστου, αλλά κενό από την ποιότητα του χρήσιμου, αναγκαίου και ωφέλιμου; Του μητρικού ή πατρικού χαδιού, της επαφής με τα παιδιά της ηλικίας του, της βόλτας στη φύση, της παραμυθίας από το στόμα της γιαγιάς και του παππού.

 

Γιατί το απαγορευμένο βιβλίο, η απαγορευμένη μουσική, ο επικίνδυνος ποιητής, ο αφορισμένος συγγραφέας, ο αιρετικός δάσκαλος, ο πανεπιστημιακός που λογοκρινόταν, ο αντιφρονών απλός πολίτης γίνονταν σε προηγούμενα χρόνια εμβλήματα αγωνιστικότητας, τα οποία ενέπνεαν τους ανθρώπους και τους ωθούσαν σε συλλογικές διεκδικήσεις; Γιατί σήμερα, ενώ η πνευματική κληρονομιά της ανθρωπότητας διακινείται ελεύθερα και αλλάζει σύνορα με τόση ευκολία, ο αγώνας εντούτοις για υψηλά ιδανικά και ευγενείς αξίες ολοένα και περισσότερο φθίνει ; Ίσως γιατί το καλό βιβλίο διαφημίζεται από τους εκδοτικούς οίκους σε λίστες των 100 top καλύτερων βιβλίων, σαν να πρόκειται για σουξέ της λαϊκής υποκουλτούρας.

 

Μην παρεξηγηθώ. Δεν πρεσβεύω την επιστροφή σε εποχές στερήσεων, δεινών και κακουχιών, για να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος την αξία όσων υποβάθμισε ή ευτέλισε. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, πρέπει να αγωνιστεί για να έχει πρόσβαση σε φαγητό, καθαρό πόσιμο νερό, ρούχα, στέγη, δωρεάν παιδεία, μόνιμη εργασία με αξιοπρεπείς συνθήκες και ικανοποιητικές απολαβές, δωρεάν περίθαλψη και κοινωνική ασφάλιση αλλά και δικαίωμα πρόνοιας για τις κακοτυχίες του, μέσα σ’ ένα πλαίσιο διευρυμένης δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης, ισοπολιτείας και περιβαλλοντικής ισορροπίας. Όλα τ’ άλλα εξελίσσονται με ραγδαίους ρυθμούς, η πρόοδός τους δεν μπορεί να ανακοπεί. Αυτό που προέχει όμως είναι να διευρύνονται λόγου χάρη τα δημόσια αγαθά-που σήμερα ολοένα και περισσότερο συρρικνώνονται- και όχι πως να αποκτούν περισσότεροι νεόπτωχοι το καινούργιο ipad.

 

Όσο για εμάς τους Έλληνες, ας μην ψάχνουμε για σωσίβια, βάρκες και ναυαγοσώστες. Ας εμπιστευτούμε την κρίση μας, το μυαλό μας. Ασφαλές κριτήριο είναι η καθημερινότητά μας. Ας ενεργοποιήσουμε τη νοημοσύνη μας, την οποία καθημερινά υποτιμούν οι κυβερνώντες μας, και ας καταλάβουμε ότι εμείς είμαστε η βάρκα…