07242017Δευ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Σημειωματάριο

Τράπεζα θεμάτων – η πρώτη εφαρμογή

Ο θεσμός της τράπεζας θεμάτων θεσπίστηκε με το νόμο 4186 του 2013 που αφορά στην Αναδιάρθρωση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

Όπως προβλέπεται:

Στο Άρθρο 3/ Αξιολόγηση, Προαγωγή και Απόλυση Μαθητών Γενικού Λυκείου, «Οι γραπτές προαγωγικές εξετάσεις σε όλες τις τάξεις του Ημερήσιου Γενικού Λυκείου και Εσπερινού Λυκείου διεξάγονται ενδοσχολικά και περιλαμβάνουν όλα τα διδασκόμενα μαθήματα εκτός των μαθημάτων της Ερευνητικής Εργασίας και της Φυσικής Αγωγής, με κοινά θέματα για όλα τα τμήματα του ίδιου σχολείου, που ορίζονται ως εξής: α) κατά ποσοστό 50%, με κλήρωση, από τράπεζα θεμάτων διαβαθμισμένης δυσκολίας και β) κατά ποσοστό 50%, από τον διδάσκοντα ή τους Διδάσκοντες».

Στο Άρθρο 11/ Αξιολόγηση, προαγωγή και απόλυση Μαθητών ΕΠΑ.Λ., «Οι γραπτές προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις σε όλες τις Τάξεις του ΕΠΑ.Λ. διεξάγονται ενδοσχολικά και περιλαμβάνουν όλα τα διδασκόμενα μαθήματα, γενικής παιδείας και τα μαθήματα των Ομάδων Προσανατολισμού, εκτός των μαθημάτων της Ερευνητικής Εργασίας, της Φυσικής Αγωγής και του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού − Περιβάλλον Εργασίας − Ασφάλεια και Υγιεινή σε θέματα που είναι κοινά για όλα τα τμήματα του ίδιου σχολείου. Στα μαθήματα Γενικής Παιδείας τα θέματα ορίζονται ως εξής: α) κατά ποσοστό 50%, με κλήρωση από τράπεζα θεμάτων διαβαθμισμένης δυσκολίας και β) κατά ποσοστό 50%, από τον διδάσκοντα ή τους διδάσκοντες».

Στη διαδικασία αυτή το πρώτο (1ο) και τρίτο (3ο) θέμα ορίζονται από το διδάσκοντα ενώ το δεύτερο (2ο) και τέταρτο (4ο) με κλήρωση από την τράπεζα θεμάτων.

Όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή του το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής του υπουργείου Παιδείας, «σκοπός της Τράπεζας θεμάτων είναι αφενός η κάλυψη του συνόλου της διδακτέας ύλης (μετά από σχετικό εξορθολογισμό της) από όλα τα σχολεία της χώρας ώστε να μη δημιουργούνται στους μαθητές μαθησιακά κενά από τάξη σε τάξη και αφετέρου να ομογενοποιηθούν τα κριτήρια αξιολόγησης για ένα αντικειμενικότερο σύστημα αποτίμησης της προόδου των μαθητών μας».

Στην πρώτη εφαρμογή του θεσμού τη σχολική χρονιά 2013-14, αναγνωρίζουμε ένα σύνολο δυσλειτουργιών που προβληματίζουν όλους τους εμπλεκόμενους στη διαδικασία (μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς).

Βασικός σκοπός όπως αναφέρεται η κάλυψη του συνόλου της διδακτέας ύλης, όμως σε καμιά περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη και  η αντίστοιχη κάλυψη του συνόλου των διδακτικών ωρών.   Ιδιαίτερα στη φετινή χρονιά, υπήρξαν πολλές ελλείψεις  διδακτικών ωρών, λόγω καθυστερημένης τοποθέτησης των εκπαιδευτικών στα σχολεία με αποτέλεσμα τη λειτουργία σχολείων πολλών ταχυτήτων.

Αναφέρεται ακόμη ότι κριτήριο αποτελεί, «…ο σχετικός εξορθολογισμός της διδακτέας ύλης ώστε να μη δημιουργούνται στους μαθητές μαθησιακά κενά…». Όμως, παρόλες τις  σχετικές παρεμβάσεις σχολικών συμβούλων και επιστημονικών ενώσεων, σε πολλά μαθήματα δεν ήταν εφικτή η ολοκλήρωση της ύλης, λόγω του μεγάλου όγκου της, με αποτέλεσμα την περιορισμένη και ελλιπή προετοιμασία των μαθητών.

Σημειώνεται επίσης ότι αποβλέπει στην, «…ομογενοποίηση των κριτηρίων αξιολόγησης για ένα αντικειμενικότερο σύστημα αποτίμησης της προόδου των μαθητών μας». Όμως, όπως προκύπτει από  την εμπειρία της πρώτης εφαρμογής είχαμε τα αντίθετα αποτελέσματα αφού, η κλήρωση έβγαζε θέματα διαφορετικού βαθμού δυσκολίας σε κάθε σχολείο και αλλού οι μαθητές έφευγαν χαρούμενοι από την ευκολία των θεμάτων ενώ ταυτόχρονα, άλλοι συμμαθητές τους απογοητευμένοι από το βαθμό δυσκολίας. Έτσι, δημιουργήσαμε μαθητές πολλών ταχυτήτων και διαδικασία πολλών επιπέδων.

Αιτίες για τα παραπάνω πολλές.

Βασικότερη η αναντιστοιχία των στόχων των θεμάτων της τράπεζας με τους στόχους του μαθήματος, γιατί όπως αναφέρεται και στην προκήρυξη για την οργάνωση των θεμάτων, αυτά πρέπει, «…να υπηρετούν τους στόχους του Προγράμματος Σπουδών(ΠΣ) του μαθήματος το οποίο αφορούν και να λαμβάνουν υπόψη τους τα αντίστοιχα σχολικά εγχειρίδια…».  Αυτό όμως που αναγνωρίζουμε σε μεγάλη κατηγορία θεμάτων, όλων των μαθημάτων,  είναι ότι είναι μακριά τόσο από τα ΠΣ και τις οδηγίες για τη διδασκαλία τους, όσο και από τους αντίστοιχους στόχους.

Επίσης, ένα σύνολο από ενέργειες που επηρέασαν αρνητικά την πρώτη εφαρμογή του θεσμού. Αρχικά, η καθυστερημένη οργάνωση της τράπεζας με θέματα και η ενημέρωση της εκπαιδευτικής κοινότητας. Στη συνέχεια, το πολύ γρήγορο γέμισμά της, ουσιαστικά σε ένα περίπου μήνα, με αποτέλεσμα να γίνει δύσκολος ή να απουσιάσει  ο ουσιαστικός έλεγχος τόσο από τους συγγραφείς και από την επιστημονική επιτροπή, όσο και από τους εκπαιδευτικούς της τάξης. Στοιχεία που ανέδειξαν για άλλη μια φορά, τις δυσκολίες να γραφούν θέματα προσαρμοσμένα στη σχολική πραγματικότητα. Τέλος, η μόλις τριήμερη κοινή θέαση των θεμάτων, αφού στις 26 Ιουνίου άνοιξε η τράπεζα θεμάτων και στις 29 δινόταν το πρώτο μάθημα.

Παράλληλα, δημιουργούνται ερωτήματα για τα αποτελέσματα/ ανάγνωση της αξιολογικής διαδικασίας. Περιγράφεται ότι  η αξιολόγηση πρωτίστως αποσκοπεί στην παροχή χρήσιμων πληροφοριών για τη βελτίωση της παρεχόμενης παιδείας, είτε σε εθνικό επίπεδο (με τη βελτίωση των προγραμμάτων σπουδών, των σχολικών βιβλίων κ.ά.) είτε στο επίπεδο της καθημερινής διδακτικής πράξης, προκειμένου ο εκπαιδευτικός να αναπροσαρμόσει διδακτικές μεθόδους και προσεγγίσεις προς όφελος των μαθητών του. Όμως,  όπως διαφαίνεται, μετά την πρώτη εμπειρία, από τα μηνύματα κυρίως των εκπαιδευτικών αλλά και αρκετών γονιών, αναγνωρίζουμε την πιθανότητα να οδηγηθεί η εκπαιδευτική διαδικασία σε αγώνα δρόμου κατάκτησης των λύσεων των θεμάτων και όχι της ουσιαστικής γνώσης.

Συνολικά μας προβληματίζει το γεγονός ότι στην εφαρμογή ενός νέου θεσμού, ξεχνούμε ότι το σχολείο έχει περιορισμένο χρόνο για την ανάπτυξη της ύλης, η διδασκαλία καθορίζεται από τους στόχους και το ΠΣ του μαθήματος και η ισονομία μεταξύ των μαθητών είναι και πρέπει να είναι δεδομένη.

Βασικά ερωτήματα που προκύπτουν για την τράπεζα θεμάτων:

       Ποια η διδακτική και παιδαγωγική  σκοπιμότητα;

       Αποτελεί πανελλαδικού τύπου αξιολογική διαδικασία; Πώς επηρεάζεται η συνολική αξιολογική διαδικασία του μαθητή;

       Πώς –θα- ελέγχεται η αξιοπιστία των θεμάτων, διδακτικά, παιδαγωγικά αλλά και επιστημονικά;

       Ποιος ο ρόλος της εκπαιδευτικής κοινότητας και ειδικότερα του σχολείου;

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι απορρίπτουμε τη διαδικασία, όμως υποστηρίζουμε ότι η εμπειρία της πρώτης εφαρμογής και οι προβληματισμοί που αναπτύσσονται από όλους τους εμπλεκόμενους, θα πρέπει να είναι στοιχεία που θα καθορίσουν την έναρξη ενός γόνιμου και ουσιαστικού διαλόγου στο σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας.