08222017Τρι
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Επί της Γραμμής

Στο καφενείο 124

“Παντελή!, πιάσε ένα ουζάκι! Και φέρε και στο Κώστα τι θα πιεί από εμένα!» Ο Μπάμπης, όταν ερχότανε στο καφενείο – αραιά και πού – πάντα ακούγονταν! Με το που μπήκε και πριν κάτσει, έδωσε την παραγγελία  και φρόντισε να βρει και παρέα, τον Κώστα που μπήκε αμέσως μετά από εκείνον!

Ταλέντο ο Μπάμπης! Από το απέναντι διαγώνιο τραπέζι στην άλλη άκρη του μαγαζιού ο Θανάσης κι ο Γιώργης τον χάζευαν. «Πως και από δω αυτός … έχει μήνες να φανεί!» μουρμούρισε συνωμοτικά ο Θανάσης στο Γιώργη. «Δε κατάλαβες; Εκλογές ζυγώνουν! Πότε περιμένεις να έρθει, την παραμονή; Για κοίτα τον, άρχισε το ψηστίρι στον Κώστα»

Ο Γιώργης συνέχισε την κουβέντα απέφυγε όμως να κοιτάξει, καθώς μιλούσε, προς το μέρος του Μπάμπη που είχε αρχίσει να μιλά με τον Κωστή κουνώντας με ένταση τα χέρια του. Ο Θανάσης επέμεινε «Μα τι είναι αυτά που λες; Είναι δυνατόν ακόμα καλά καλά δεν τέλειωσε το καλοκαίρι, κανείς δε μιλά για εκλογές και για την κυβέρνηση το κλίμα είναι αρνητικό με τους φόρους και τους λογαριασμούς που έχουμε να πληρώσουμε. Πως είναι δυνατόν να βγήκε να ψαρέψει ψήφους; Δόλωμα καλά καλά δεν έχει» . Ο Γιώργης τον κοίταξε κοφτά. Με αργές κινήσεις έβγαλε ένα τσιγάρο από το πακέτο και το άναψε.

Αφού άφησε τον καπνό της πρώτης ρουφηξιάς να φύγει προς το ταβάνι απάντησε:  «Ρε Θανάση σε είχα και για ξύπνιο… Δεν άκουσες τι είπε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ; Να το δόλωμα… Τρομάξατε με τον ΕΝΦΙΑ αλλά ‘ντάξει κάναμε ένα λαθάκι θα τον διορθώσουμε… Υποφέρατε δυό χρόνια με το ακριβό πετρέλαιο… αλλά το κανόνισα και από φέτος θα ζεσταθεί το κοκαλάκι σας. Κόψαμε τόσα χρόνια μισθούς αλλά θα τους δώσουμε πίσω. Για αρχή στους ένστολους. Και έκλεισε και το μάτι με νόημα ότι θα ‘ρθουν κι άλλα. Τι άλλο θες για δόλωμα μέσα στην κρίση;»

Ο Μπάμπης, στην απέναντι μεριά, έπινε βιαστικός το ούζο του ακούγοντας τον Κώστα που κάτι του ψιθύριζε. Με μια κίνηση του χεριού τον έκοψε. Το χέρι του Μπάμπη γύρισε και έδειξε το στήθος του. «ΕΓΩ» ακούστηκε δυνατά η φωνή του Μπάμπη. Είπε δυο λόγια ακόμα, δώσανε τα χέρια κι ο Μπάμπης έφυγε αφήνοντας στο τραπέζι ένα δεκάευρο για τα ούζα και για το τυχερό του μαγαζιού.  Ο Κωστής αφού τον χαιρέτησε, έκατσε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στην καρέκλα και με ένα καρφωμένο χαμόγελο έμεινε να κοιτά έξω από το μαγαζί χαμένος στις μάλλον ευχάριστες σκέψεις του.

Ο Γιώργης αγωνιούσε να βγει αληθινός στα όσα είχε προβλέψει και δεν άντεξε!  «Κωστή, έλα να κάτσεις, αμαρτία είναι να κάθεσαι μόνος σου» … Με το που ο Κωστής σηκώθηκε από το τραπέζι του και πλησίασε το δικό τους, έδωσε και την παραγγελία. «Παντελή βάλε ένα στον Κώστα και γέμισε και τα δικά μας». «Α! παιδιά εγώ θα κεράσω! Μόλις πριν λίγο βρήκα την άκρη να πιάσει δουλειά η γυναίκα μου» είπε ο Κωστής και κάθισε στην καρέκλα που του πρότεινε με το χέρι ο Θανάσης. «Σώπα ρε! για πες» ο Γιώργης πάντα προσέχει τι λέει αλλά τώρα αγωνιούσε, δεν είχε χρόνο για προσεγμένες εκφράσεις. Εδώ και τώρα ήθελε να μάθει. «Να ο Μπάμπης – χρυσό παιδί – έχει μια άκρη σε ένα κατάστημα που ζητά υπαλλήλους και θα το κανονίσει… τυχερός που ήμουν και τον πέτυχα στο καφενείο…»

Πάνω στην ώρα ήρθε κι ο Παντελής να γεμίσει τα ποτήρια. Ο Γιώργης με ύφος νικητή πέταξε το πείραγμα «Παντελή βρέξε λίγο ψωμάκι στο λάδι απ’ το παστό, και φέρτο στο Θανάση που θέλει να πάει για ψάρεμα και ψάχνει για το καλό το δόλωμα»