11202017Δευ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Στήλη Άλατος

Μικρά ταξίδια

 

Μικρά ταξίδια

 

 

 

Θέλω να σου λείπω.

 

Ακόμη κι όταν πηγαίνω απλώς

 

στο διπλανό δωμάτιο.

 

Όλοι μας ξεκινάμε καθημερινά

 

τέτοια ταξίδια μικρά

 

και φαινομενικά ακίνδυνα.

 

Οι περισσότεροι γυρίζουμε

 

σώοι κι αβλαβείς,

 

τα βράδια,

 

στις συζυγικές μας κλίνες,

 

αμέριμνοι κι ανυποψίαστοι.

 

Χορτάτοι.

 

Κανένας δεν αναρωτιέται.

 

 

 

Κάποιοι όμως δεν βρίσκουν ποτέ

 

το δρόμο της επιστροφής.

 

Γιατί ,όποιος φεύγει για λίγο,

 

καμιά φορά χάνεται για πάντα.

 

Ή όταν κάποτε επιστρέψει

 

κανείς δεν τον αναγνωρίζει πια

 

και πρέπει πάλι να διηγηθεί

 

απ’ την αρχή

 

όλες του τις ήττες

 

τα τραγικά του αδιέξοδα

 

τα μεγάλα του όνειρα, τις αυταπάτες

 

και τις οικτρές διαψεύσεις.

 

Γιατί μόνο μέσα στη θλίψη

 

μαθαίνουμε πραγματικά ο ένας τον άλλον.

 

Γι’ αυτό καμιά φορά

 

την ώρα που κοιμάσαι

 

(η ρυθμική σου ανάσα,

 

το στήθος σου που ανεβοκατεβαίνει)

 

αφήνω δίπλα σου

 

μία μικρή φωτογραφία μου.

 

(Χωράει ακριβώς στη θήκη του πορτοφολιού

 

για τα ασήμαντα κέρματα)

 

Για να θυμάσαι ποιος υπήρξα κάποτε·

 

ένας άνθρωπος καθόλου ασήμαντος,

 

για όσο καιρό μ΄αγάπησες.

 

 

 

Ανταμοιβή

 

 

 

Ζήσαμε μια μετρημένη ζωή

 

σαν να περιμέναμε μια ζωή

 

να μας μετρήσουν

 

στο τέλος

 

την ανταμοιβή μας.

 

 

 

 

 

Πριν το χωρισμό

 

 

 

Εκείνο το βράδυ

 

με άφησες να σου κάνω έρωτα.

 

Έτσι.

 

Στον ενικό

 

(τον πιο απόλυτο και πιο μοναχικό)

 

Σαν να παραδόθηκες ηττημένη

 

στον  εχθρό σου

 

ξέροντας κατα βάθος πως αυτή

 

ήταν η πιο μεγάλη νίκη σου.

 

 

 

 

 

Καλοκαιρινό

 

                        Στον Τ.Λ.

 

 

 

Τόσο εφήμερο πράγμα

 

αυτός ο καπνός.

 

Τις νύχτες ανεβαίνει ψηλά

 

και χάνεται προς τ’ άστρα

 

αναζητώντας λίγη δικαιοσύνη.

 

Εν τω μεταξύ τα φώτα της πόλης

 

κάνουν τα καχεκτικά φυτά

 

να ρίχνουν

 

τεράστιους ίσκιους.

 

Κάθε βράδυ τροπικά  δέντρα

 

βλασταίνουν ανεξέλεγκτα

 

στους τοίχους του μπαλκονιού μου

 

και πάνω στο κοιμισμένο μου σώμα.

 

(Μέσα στον ύπνο μου γίνομαι

 

ο άνθρωπος – δάσος.)

 

Λίγο πριν το ξημέρωμα θα με ξυπνήσει

 

το μουγκρητό του σκουπιδιάρικου.

 

Τα σκυλιά των σπιτιών

 

θα γαυγίζουν φρενιασμένα,

 

θα ορμούν με φόρα μπροστά

 

σαν για να σπάσουν

 

τις αλυσίδες τους

 

ή για να πιάσουν

 

τον αόρατο κλέφτη

 

που έκλεψε τα νυχτερινά μας όνειρα.

 

 

 

 

 

Λίβελος

 

 

 

Ώρες – ώρες νιώθω

 

απομεινάρι μιας άλλης εποχής

 

(αν υποθέσουμε ότι αυτή η εποχή

 

υπήρξε κάποτε πραγματικά)

 

Οι περισσότεροι καταλαβαίνετε

 

τι θέλω να πω.

 

Όσοι παριστάνετε τους ανήξερους

 

είναι για να μπορείτε τα βράδια

 

να τα ’χετε καλά με τον εαυτό σας.

 

 

 

Ονοματοθεσία

 

 

 

Τα βροχερά απογεύματα

 

τριγυρνάω στους δρόμους της πόλης

 

(μαγαζιά με κατεβασμένα ρολά

 

σαν επτασφράγιστα μυστικά,

 

η πόλη άδεια).

 

 

 

Πίσω μου σέρνω

 

μια ύπουλη θλίψη.

 

Σαν πεινασμένο λύκο

 

περασμένο στο λουρί.

 

 

 

Εγώ είμαι το πρόβατο.