07252017Τρι
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Τα ασήμαντα

Όταν αχνίζουν τα πηγάδια

MANA

Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για

                                                            δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει

                                                            που να το ανακράξεις σε στιγμή

                                                                μεγάλου κινδύνου.

                                                                                                       Οδ. Ελύτης

Η κορφή του Κάστρου φιλά τον ουρανό. Τα σύννεφα περνούν δίπλα του πιο  χαμηλά από αυτό και κάνουν τη δουλειά τους… Ο βοριάς, περνώντας μέσα από τις ελατοβελόνες, λες και παίρνει δύναμη και κατεβαίνει σφυρίζοντας.

Και η παρέα δίπλα στο τζάκι με το πόντζι  (βρασμένο τσίπουρο με λίγη  ζάχαρη) έχει πιάσει την κουβέντα. Στα υψίπεδα του Μαινάλου, στην ορεινή Αρκαδία, που επισκέπτομαι κάπου- κάπου. Ο μπαρμπα- Κώστας, ένας υπέργηρος ορεσίβιος που τα έχει τετρακόσια, έχει τον λόγο. «Εδώ που τα λέμε, παιδιά μου,», μας κουβεντιάζει, «περάσαμε φτώχια, ανείπωτη φτώχια, απερίγραπτη. Μα ποτέ μιζέρια και δυστυχία. Γιατί αυτό που μας έλειπε μέσα στο σπίτι, όταν δεν πήγαινε καλά η χρονιά, περίσσευε στην καρδιά μας».

Μα δεν είναι μόνο αυτό, σκέπτομαι. Είναι που ο μπαρμπα- Κωσταντής, αυτά που του έλειπαν μέσα στο σπίτι ,τα αναπλήρωνε στην επαφή του με τη φύση, με τα ζώα ,τα βουνά και τα χωράφια. Γιατί η φύση δεν έχει αντίθετα αλλά συμπληρωματικά, δεν έχει θόρυβο αλλά αρμονία, δεν έχει υπερβολή αλλά μέτρο. Γιατί η σιωπή και η θλίψη, με τα ποδοπατήματα των προβάτων ,τους ήχους των κουδουνιών, τα κελαηδίσματα των πουλιών, το κελάρυσμα του νερού, ήχοι που είναι σαν να κατεβαίνουν από τον ουρανό, δίνουν στους ανθρώπους το μέτρο της ύπαρξής τους. Τα βράχια που τρυπούν τον ουρανό, τα βάραθρα, η πέτρα που ζεματάει από τον ήλιο ,τα έλατα που παίρνουν φωτιά το δείλι, το κυπαρίσσι και η οξιά μεγεθύνουν, αλλά και οριοθετούν το μόνο Σύμπαν. Το υπέρτερο από τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και ο μπαρμπα- Κωσταντής περισσότερο συνεννοείται με τη φύση και τα ζώα παρά με τους ανθρώπους. Κι ας μην έχει ούτε ακουστά τον Λεβί- Στρως. Και όταν κάθεται μόνος του στην αυλή επί ώρες ,κουβεντιάζει με τις μάντρες, απαντά όταν τον ρωτούν , και οι πολλοί λένε: «Πάει ο γέρος, τα έχασε!» Μα δεν τα έχασε ο γέρος.

«Κατεβαίνοντας από τον ουρανό ο Θεός στη Γη , το πρώτο χωριό που συνάντησε ήταν το χωριό μας .Μα δεν πήρε από εδώ κανένα μαθητή», λέει. Εκνευρίζοντας τους ιθαγενείς… « Και όταν την άλλη μέρα ένας αχνός ,δειλός ήλιος εφάνη κάτω στον κάμπο, τα πηγάδια άχνιζαν, λες και είχαν μέσα χόβολη και όχι νερό. Είναι η  ώρα των πεθαμένων μου», συμπληρώνει ο μπαρμπα- Κώστας. Γιατί γι’ αυτόν οι δυο κόσμοι δεν είναι χωριστοί τελεσίδικα αλλά επικοινωνούντες. Τέτοια ουράνια κερκέλια έχει ο μπαρμπα- Κώστας και κρατιέται…

«Που λες, γιατρέ,», μου λέει, «όταν πριν χρόνια η γριά μου ,χρόνια κατάκοιτη (μόνο με το “πι” έκανε μερικά βήματα μέσα στο σπίτι), είδε τον γυιο μας που ήλθε από την Αμερική για να τη δει πριν πεθάνει, ξυπνώ το πρωί και τι να δω;  Η γριά  με το “πι” στον κήπο να μαζεύει σιγά- σιγά στην ποδιά της κολοκυθοκορφάδες. Να τις μαγειρέψει με το ξίδι και το σκόρδο, ένα φαϊ που του άρεσε. Πώς  περπάτησε;»

«Δεν μπορώ να το πιστέψω», του απαντώ.

«Ξανακοίταξε τα βιβλία σου», μου λέει με μια στέρεα βεβαιότητα, σαν του Κάστρου που σκεπάζει το χωριό, ενώ στα μάτια του ανεβαίνουν δάκρυα. Και ήπιε το πόντζι μονορούφι…