12162017Σαβ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Εικόνες

Ο αρραβώνας της Μπέμπας / Γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου

Όταν ο πατέρας μου ρώτησε την αδερφή μου τη Μπέμπα τι θέλει να γίνει άμα μεγαλώσει, η Μπέμπα απάντησε: Θέλω να παντρευτώ.
Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα δύο, η Μπέμπα με περνούσε τέσσερα χρόνια. Τόσα με περνάει και τώρα. Πάντως, τότε, είχε κλείσει τα δεκαοχτώ, κι όλη μέρα καθόταν μπροστά στον καθρέφτη κι έσπαγε μπιμπίκια και τους έβαζε Κλεραζίλ. Ο γιατρός έλεγε πως ήτανε ορμονικό` ορμονικό ήτανε και που καμιά φορά υπνοβατούσε. Σηκωνότανε τη νύχτα και κυκλοφορούσε σαν το φάντασμα` πήγαινε στην κουζίνα, άνοιγε το ψυγείο, περιδρόμιαζε κι έπειτα γύριζε ήσυχα-ήσυχα στο κρεβάτι της. Τη φωνάζαμε Μπέμπα απ’ το Βασιλική. Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα δύο, όταν σε βαφτίζανε Βασιλική, σε φωνάζανε Μπέττυ, ή Βίκυ, ή Μπέμπα. Δεν σε φωνάζανε Βάσω. Τότε, Βάσω λέγανε τα μηχανάκια: Καβασάκι, Καβάσω, Βάσω. Ήταν διαφορετική εποχή: στα πάρτυ χορεύαμε σφιχτά, αλλά μόνο τα Σάββατα` ήταν αδιανόητο να χορέψεις σφιχτά μεσοβδόμαδα. Η Μπέμπα αλληλογραφούσε μ’ έναν άγνωστο απ’ τη Φιλανδία` οι pen pals – έτσι τους λέγαμε - ήτανε της μόδας` εγώ δεν αλληλογραφούσα με κανέναν` ήμουνα δεκατεσσάρων χρονών, φορούσα σουτιέν χωρίς περιεχόμενο` περίμενα να μεγαλώσω λίγο για να να πάω στο Κατμαντού, στα Ιμαλάια, να γίνω ναρκομανής. Ο αδερφός μας, ο Γιαννίκος (τ’ ονομά του ήταν αποτέλεσμα καβγά των δυο παππούδων) ήταν εντεκάμισι χρονών` όπου τον άφηνες, εκεί τον έβρισκες. Γαλήνιος` ευτυχισμένος. Όλοι οι υπόλοιποι υποφέραμε.
Ο πατέρας μου φοβόταν πως η Μπέμπα θα γινόταν σύζυγος, νοικοκυρά και πολύτεκνη` πως εγώ θα γινόμουνα πουτάνα και πως ο Γιαννίκος πήγαινε γραμμή για τοιούτος. "Τοιούτος": αδερφή, γκέι, που λέμε.

Ο πατέρας έπεσε έξω και στα τρία.
Μόλις η Μπέμπα δήλωσε ανοιχτά αυτό που όλοι ήδη ξέραμε, ότι δηλαδή βιαζότανε να παντρευτεί, ο πατέρας έπαθε γαστρορραγία και τον πήρε ασθενοφόρο. Ήθελε να σπουδάσουμε και οι τρεις, να παντρευτούμε όταν έρθει ο καιρός και να μη γίνουμε πουτάνες και τοιούτοι. Δεν του περνούσε απ’ το μυαλό μήπως γίνουμε πρεζάκια: ήταν διαφορετική εποχή` οι γονείς δεν ανησυχούσαν για τα ναρκωτικά` τους έκοβε κρύος ιδρώτας μήπως κάποιος σου ρίξει στάχτη στο βερμούτ και σε πηδήξει σαν να ’σαι φράχτης` μήπως κολλήσεις αφροδίσιο και μήπως μείνεις έγκυος. Για να σε τρομάξουνε περισσότερο λέγανε "να μη γκαστρωθείς"` ακουγότανε πολύ τρομακτικό. Επιπλέον, ανησυχούσαν μη μείνεις ξύλο απελέκητο. Για τ’ αγόρια ανησυχούσαν μήπως τυφλωθούν ή κουφαθούν αυνανιζόμενοι. Αυτά. Το μόνο που ήξερε να λέει η μάνα μας ήταν: "δίκιο έχει ο πατέρας σας", καθώς και διάφορα συνώνυμα` είχε μια κασέτα στο μυαλό, δεν είχε περισσότερες. ("Κασέτα": τώρα, η έκφραση δεν χρησιμοποιείται πια` ήταν διαφορετική εποχή: τότε γράφαμε τα τραγούδια σε κασέτες` επειδή, ακούγαμε κασετόφωνα). Ακόμα κι όταν ο πατέρας επέμενε πως ο γάιδαρος πετάει, εκείνη συμφωνούσε` ο γάμος τους ήταν μισοδιαλυμένος λόγω συμφωνίας χαρακτήρων.
Η Μπέμπα είπε: "Θέλω να παντρευτώ αμέσως", κι όλοι συμπεράναμε ότι, εκτός από ορμονικά προβλήματα, είχε "δεσμό". "Δεσμός": γκόμενος, που λέμε σήμερα. Η μάνα μου υποπτεύτηκε το Φιλανδό. Αλλά, η Μπέμπα δεν είχε δεσμό, ούτε δι’ αλληλογραφίας. Ήθελε να της βρούμε εμείς. Ο πατέρας μου πήρε ένα τεφτέρι κι άρχισε να σημειώνει όλους τους γνωστούς του: ο γιος του Τριχόπουλου, του γιατρού, έπρεπε ν’ αποκλειστεί λόγω ονόματος. Διαφορετική εποχή: οι γυναίκες δεν κρατούσαν το οικογενειακό τους όνομα. Μπέμπα Τριχοπούλου` απαράδεκτο. Ο γιος του Φιλιππάκη, που είχε εταιρεία ταξί, παραήτανε μικρός` στα είκοσι δεν ζητάς έναν άντρα σε γάμο: πρέπει πρώτα να σπουδάσει και να πάει στρατό. Όσο για το γιο του Πιτένη, που σπούδαζε στο Πολυτεχνείο, ήτανε χίππης. Πώς να κάνεις πρόταση σε χίππη; Αυτός θα ’χει δεσμούς με τη σέσουλα` ο πατέρας ισχυριζόταν ότι το Πολυτεχνείο ήτανε κωλοχανείο` ότι τα καλοκαίρια κατέβαινε εν σώματι στα Μάταλα. Εννοείται πως ανυπομονούσα να μπω στο Πολυτεχνείο. Κι έπειτα, να πάω στο Κατμαντού.
Καθώς περνούσανε οι μέρες, οι επιθυμίες της Μπέμπας γίνονταν όλο και πιο συγκεκριμένες: ήθελε έναν τριανταπεντάρη, με λεφτά, με αυτοκίνητο, με εξοχικό και τα σχετικά. Ποια ήταν τα σχετικά δεν καταλάβαμε. Οπότε, ο μπαμπάς βάλθηκε να ψάχνει γεροντοπαλίκαρα και ζωντοχήρους` όχι ότι τρελαινότανε στην ιδέα πως η Μπέμπα θα παντρευόταν γέρο άνθρωπο. Ήταν διαφορετική εποχή: στα τριάντα πέντε ήσουνα μεσήλικας` γκρίζοι κρόταφοι και τέτοια. Στα σαράντα πέντε ήσουνα απόμαχος. Κι αν δεν είχες παντρευτεί, είτε έμενες ακόμα με τη μαμά σου (γεροντοπαλίκαρο), είτε μόνος σε αμαρτωλή γκαρσονιέρα και ήσουν πλέυμποϋ και η κοινωνία σε φθονούσε. 
Μέσα σε λίγες εβδομάδες είχαμε γίνει κυνηγοί κεφαλών: μέχρι κι εγώ που δεν νόγαγα από γάμους, άρχισα να καλοκοιτάω τους καθηγητές στο σχολείο για χάρη της Μπέμπας. Κι ο Γιαννίκος, που δεν νόγαγε από τίποτα, καλοκοίταγε το δάσκαλό του στο δημοτικό. Αλλά, ανακαλύψαμε πως ήταν κιόλας παντρεμένος. Λοιπόν, το πόσοι παντρεμένοι άνθρωποι υπήρχαν δεν περιγράφεται` μέχρι τότε, νόμιζα πως ο γάμος ήταν ατύχημα, πως μερικοί το πάθαιναν, ενώ άλλοι δεν το πάθαιναν. 
Ώσπου μια μέρα, κατέπλευσε η θειά μας η Κούλα κι αναφώνησε: "Βρήκα γαμπρό! Είδε τη Μπέμπα μας και του άρεσε!" Μα πού στο καλό την είδε; αναρωτηθήκαμε εν χορώ σχεδόν. Αφού η Μπέμπα σπάει μπιμπίκια και βγαίνει μονάχα για ν’ αγοράσει το Φαντάζιο. Μπας και την "είδε" ο περιπτεράς; Μπας και την "είδε" ο τύπος που ’χει το βουλκανιζατέρ δίπλα; Μπας και την είδε κανένας απ’ το απέναντι μπαλκόνι και της έκανε νοήματα; Όχι, όχι, την είδε ένας αξιοπρεπής τριανταεφτάρης, υπεργολάβος, με αυτοκίνητο (τη μάρκα δεν την ήξερε η θεία Κούλα) και σπίτι στο Γαργητό. Πού πέφτει ο Γαργητός; Ούτ’ αυτό το ’ξερε η θεία. Πάντως ο υποψήφιος ήταν από καλή οικογένεια, Γκάγκαρος, όχι δηλαδή τελείως Γκάγκαρος` απ’ τα προάστια. Όχι, δεν ήταν απ’ τ’ αρβανιτοχώρια. Όχι, ο πατέρας του δεν ήταν γιδοβοσκός. Όχι, δεν ήταν ζωντοχήρος. Όχι, δεν χαρτόπαιζε, δεν μπεκρούλιαζε και δεν κυνηγούσε γυναίκες. Το τελευταίο δεν χρειαζόταν να μας το πει` άμα κυνηγούσε γυναίκες δεν θ’ απευθυνόταν σε προνεξήτρα, δεν θα ’βαζε τη θεία Κούλα να κάνει το κονέ. Η λέξη "κονέ" δεν υπήρχε τότε, ήταν διαφορετική εποχή. Πάντως η θεία έκανε το κονέ και συμφώνησαν να έρθει στο σπίτι ο νέος – ο όχι και τόσο νέος – να γνωριστούνε με τη Μπέμπα το επόμενο Σάββατο.
Για μένα, ήταν συμφορά. "Δηλαδή πρέπει να ’μαι κι εγώ;" "Πρέπει να φανούμε ενωμένοι σαν οικογένεια," είπε η μάνα μου. "Μα, κάνει πάρτυ ο Μάκης". "Θα σου αστράψω ανάποδη." Τέτοια ήταν συνήθως τα επιχειρήματα της μαμάς γι’ αυτό κι εγώ αυθαδίαζα εγκληματικά: ήμουνα juvenile delinquent, που λένε. Έβγαζα γλώσσα κι έκλεβα αυτοκίνητα.
Το πρωί του Σαββάτου ένα τεράστιο σπυρί πετάχτηκε στο μέτωπο της Μπέμπας` η Μπέμπα, η μάνα μου, η θεία Κούλα κι ο πατέρας αποφάσισαν πως η μοναδική λύση ήταν να κόψει τα μαλλιά της αφέλειες` την πήγανε στο κομμωτήριο` βγήκε από κει μέσα σαν τη Κλεοπάτρα` μόλις είδε τον εαυτό της με τα καρρέ μαλλιά έβαλε τα κλάματα κι ήθελε να πεθάνει. Όμως το σπυρί το μέτωπο δεν φαινότανε καθόλου. Τα υπόλοιπα σπυριά τα σκεπάσανε με μέικ-απ και πούδρα` παχύ στρώμα. "Όπως στο σινεμά," είπε η μαμά, για παρηγοριά. Μείναμε εμβρόντητοι απ’ την αναλαμπή αυτή, γι’ αυτό, έχει μείνει αξέχαστη.
Όταν έφτασε η ώρα οκτώ, χτύπησε το κουδούνι και μπήκαν τέσσερις άγνωστοι: ο γαμπρός, ο αδερφός του γαμπρού, ο πατέρας του και η μάνα του. Δεν μας έφταναν οι καρέκλες, κι έτσι ο Γιαννίκος κι εγώ βολευτήκαμε σ’ ένα πουφ. ’μα ο Γιαννίκος ανασηκωνόταν λιγάκι, έχανα την ισορροπία μου κι έπεφτα κάτω` όταν ανασηκωνόμουν εγώ, την έχανε ο Γιαννίκος κι έπεφτε ο Γιαννίκος. Ο πατέρας μάς αγριοκοίταζε` όταν μας αγριοκοίταζε ο πατέρας, το ίδιο έκανε κι η μητέρα. Συγχρονισμός.
Πρώτη φορά βλέπαμε αρραβώνα ο Γιαννίκος κι εγώ. Είχαμε πάει σε γάμους – στης ξαδέρφης μας της Βούλας, στου ξαδέρφου μας του Μιχάλη – αλλά, στην πραγματικότητα, ούτε γάμο είχαμε δει. Καθόμασταν έξω απ’ την εκκλησία και παίζαμε κουτσό κι εγώ περπάταγα με τα χέρια, γιατί τότε το ’χα αυτό το χούι` μετά, το ’κοψα. Αλλά προτού το κόψω, ο πατέρας μου φοβότανε πως θα γίνω πουτάνα` συν τ’ ότι άκουγα δίσκους – πλάκες τις έλεγε – με μουσική βλαβερή για τ’ αυτιά και ολέθρια για τα ήθη. Του ’χε κολλήσει πως ο Μικ Τζάγκερ ήταν τοιούτος.
Συγκεντρωθήκαμε στον αρραβώνα: δεν ήταν ακριβώς αρραβώνας, ήτανε "γνωριμία"` για να δουν ο ένας τη φάτσα του άλλου και να δώσουνε λόγο. Εμένα η επιχείρηση μού φαινότανε μπέρδεμα: τέσσερις άγνωστοι άνθρωποι έρχονται στο σπίτι της Μπέμπας, η Μπέμπα δεν ξέρει καλά-καλά ποιος είναι ο γαμπρός και ποιος ο αδερφός του – κι αν της αρέσει πιο πολύ ο αδερφός του, τι κάνουμε; - αλλά οι συμπέθεροι θεωρούν το πράγμα τελειωμένο και φωνάζουν τη Μπέμπα Βασιλική κι η Μπέμπα δεν ακούει διότι δεν τη λένε Βασιλική. Μπέρδεμα.
Καθόμαστε όλοι στο βελούδινο σαλόνι της μαμάς, στυλ Λουδοβίκου 15ου ή 16ου, απ’ το οποίο έχουμε βγάλει τα καλύμματα για να φαίνεται πως είναι στυλ Λουδοβίκου Τάδε και να κάνουμε εντύπωση. Η μαμά προσφέρει σοκολατάκι, κι εμένα μού πέφτει ένα με μαλακή γέμιση – που τη σιχαίνομαι – και το φτύνω στο χέρι μου, και τότε με αγριοκοιτάνε όλοι. Εκτός απ’ τη Μπέμπα που είναι ούφο ("ούφο"` διαφορετική εποχή, τώρα δεν λέμε πια "ούφο", λέμε π.χ. "γεια σου το άτομο", "τσίου" και τέτοια) και η οποία Μπέμπα έχει τόσο άγχος ώστε σκουπίζει συνέχεια τις παλάμες της στο φόρεμά της. Ιδρωμένες παλάμες, αηδία. Μετά το σοκολατάκι, αρχίζουν να μιλάνε για τον Νείλο. Τον Νείλο, το ποτάμι. Δεν κατάλαβα πώς πήγε εκεί η κουβέντα, αλλά επεκτάθηκε σε διάφορα γεωγραφικά θέματα κι ο πατέρας μου, που έκανε πάντα τον έξυπνο, αράδιασε καμιά δεκαριά ποτάμια και παραποτάμους. Σαν να ’λυνε σταυρόλεξα. Δεν αντιληφθήκαμε γιατί τον έπιασε τέτοιος οίστρος, αλλά, μετά την ποταμολογία έπεσε σιωπή κι η μαμά έτρεξε να φέρει λικέρ, και ήπιαν το λικέρ (με ρούφηγμα: αηδία κι αυτό) κι αρχίσανε να μιλάνε για το αυτοκίνητο του μπαμπά και για το πόσο τυχεροί είμαστε που έχουμε δίπλα βουλκανιζατέρ. Πετάχτηκα κι εγώ και είπα πως ξέρω να οδηγώ και πως άμα μεγαλώσω θα τρέξω στα ράλλυ, αλλά κανείς δεν ενθουσιάστηκε κι ο μπαμπάς ανακοίνωσε βλοσυρά πως είναι ώρα για ύπνο. Απ’ τις εννιά. Το Σάββατο. "’μα θες να με διώξεις," είπα, "να πάω στο πάρτυ του Μάκη;" Προτού ανοίξει το στόμα του ο μπαμπάς, το άνοιξε ο συμπέθερος και είπε πως τα παιδιά σήμερα – το χίλια εννιακόσια εβδομήντα δύο - έχουνε χάσει κάθε σεβασμό και πως το ξύλο βγήκε απ’ το παράδεισο, έκανε μάλιστα μια κίνηση με το χέρι που σήμαινε ξύλο με βέργα ή σανίδα. Μου πέρασε απ’ το μυαλό ν’ αυθαδιάσω εγκληματικά, αλλά λυπόμουνα τη Μπέμπα που κοιτούσε το γαμπρό με τα μάτια του ψαριού` και που σκούπιζε κάθε τόσο τις παλάμες της στο φόρεμα.
Ζαρώσαμε ακόμα περισσότερο με το Γιαννίκο και κατάπιαμε τη γλώσσα μας. Οι υπόλοιποι συζητούσαν για το πώς η περιοχή γέμισε πολυκατοικίες και ότι δεν έχουμε πια κήπους και ντοματιές. (Δεν θυμόμουνα κανένα κήπο και καμιά ντοματιά). Έπειτα, αναρωτήθηκαν όλοι γιατί άραγε να καταργήθηκε το τραμ (Ούτε το τραμ θυμόμουνα). Απ’ τη γωνία όπου καθόμουν περίμενα, πρώτον, να πουν κάτι για τη δικτατορία – μήπως οι συμπέθεροι ήταν οπαδοί της 21ης Απριλίου; Αν ήταν, πώς θα αρραβωνιαζόταν η Μπέμπα μ’ έναν χουντικό; - δεύτερον, να αναφέρουν το λόγο για τον οποίον είχαν κουβαληθεί. Όμως, δεν είπαν λέξη. Τσιμουδιά. Λες κι ήταν συνεννοημένοι. Λες κι επρόκειτο για υπόθεση κατασκοπείας. 
Ο συμπέθερος ήταν δάσκαλος. Η συμπεθέρα δεν ήταν τίποτα: σύζυγος δασκάλου, ίσον τίποτα. Σε μια στιγμή που έπεσε πάλι σιωπή – είχαν εξαντληθεί τα γεωγραφικά, πολεοδομικά και μελλοντολογικά θέματα – ο συμπέθερος ζήτησε να δει τα τετράδια του αδερφού μου. "Για φέρε, τα τετράδια, μικρέ", του είπε, κι ο Γιαννίκος έτρεξε να τα φέρει γιατί ήτανε καλό και υπάκουο παιδί και πρώτος μαθητής, δεν είχε τίποτα να κρύψει και τίποτα για να ντραπεί. Ο συμπέθερος βάλθηκε να τα ξεφυλλίζει συνωφρυωμένος: "Ιδιωτικό, ε;" είπε. "Ναι," επενέβη ο μπαμπάς, απολογητικά. "Τα στέλνουμε σε ιδιωτικό..." "Στα ιδιωτικά, μοιράζουνε βαθμούς, βάζουνε δέκα με τόνο για να ξαναπάς του χρόνου και να τους πληρώσεις!" φώναξε ο συμπέθερος κι ο Γιαννίκος πισωπάτησε τρομαγμένος. "Α, όχι," ξαναεπενέβη ο μπαμπάς, "είναι πρώτος μαθητής...πολύ μελετηρός...έχει πολλά ταλέντα..." Για να το αποδείξει, έβαλε τον Γιαννίκο να πει απ’ έξω την προπαίδεια και να παίξει ακκορντεόν` "Χριστέ μου," προσευχόμουν από μέσα μου, "μη με βάλει κι εμένα να παίξω πιάνο, ξέρω μονάχα το ‘Καρναβάλι της Βενετίας’ κι αυτό κουτσά-στραβά. Χριστούλη μου!" Ίσως ήταν η τελευταία φορά που απευθύνθηκα στον Γιαραμπή: ο Γιαραμπής με πούλησε` με πρόδωσε σκουληκιάρικα` βρέθηκα να παίζω το "Καρναβάλι της Βενετίας" με ιδρωμένες τις παλάμες. Ποτέ ώς τότε δεν είχα φανταστεί ότι για να παντρευτεί η μεγαλύτερη αδερφή σου έπρεπε παίξεις ακκορντεόν και πιάνο, χώρια η προπαίδεια. Και μάλιστα, ενώ, δυο τετράγωνα παρακάτω εκτυλίσσεται πάρτυ στο οποίο χορεύουν σφιχτά το "Angie". Έκανα δυο-τρία λάθη, αλλά οι συμπέθεροι δεν τα κατάλαβαν`  χειροκρότησαν, "μπράβο, μπράβο, ωραία." Έπειτα, πάλι σιωπή τάφου.
Ο μπαμπάς είπε τότε (ψέματα) πως η Μπέμπα σχεδίαζε να πάει σε σχολή γραμματέων και να τελειώσει τη Γαλλική Ακαδημία` να πάρει το Sorbonne ΙΙΙ` να έχει, είπε, "ένα εφόδιο, κάποια ανεξαρτησία". Ξαφνικά, άνοιξε το στόμα του ο γαμπρός κι επιτέλους σιγουρευτήκαμε ποιος ήταν απ’ τους δυο` όχι ότι είχαν μεγάλη διαφορά μεταξύ τους: "Α, κοιτάξτε κύριε Γιαννούση, εγώ δεν καταδέχομαι η γυναίκα μου να εργάζεται. Ξέρει να μαγειρεύει η Βασιλική; Ξέρει από νοικοκυριό; ’μα δεν ξέρει, δεν πειράζει, θα μάθει. Θα μάθει απ’ τη μάνα μου που είναι χρυσοχέρα. Μην ανησυχείτε καθόλου." "Δεν ανησυχούμε," απάντησε ο πατέρας που άρχισε να παίρνει ανάποδες. ("Παίρνει ανάποδες": δεν λεγόταν έτσι τότε. Λεγόταν "τσαντίζεται", "ζοχαδιάζεται", κτλ). "Δεν ανησυχούμε," επανέλαβε, "αλλά, αν ήτανε να μάθει οικοκυρικά, θα τη στέλναμε στη Χαροκόπειο Οικοκυρική Σχολή."
Πολύ βαριά σιωπή. Και τότε, η μαμά έδωσε στη Μπέμπα το δίσκο με το λικέρ για να ξαναγεμίσει τα ποτήρια. Το λικέρ ήταν τσέρρυ. Η Μπέμπα όμως ήτανε κομματάκι ταραγμένη και δεν έβγαλε πέρα την Mission Impossible` της γλίστρησε ο δίσκος, χύθηκε το λικέρ πάνω στο συμπέθερο κι ο λεκές έμοιαζε με αίμα. Και καθώς πήγε να τον σκουπίσει με μια χαρτοπετσέτα, έκανε μια κίνηση με το ιδρωμένο της χέρι και παραμέρισε τη φράντζα απ’ το μέτωπό της. Έμειναν όλοι να κοιτάνε το σπυρί, που έμοιαζε με κέρατο. Οπότε, σκέφτηκα, αυτό ήτανε, ήρθε η ώρα για καταστροφές. Ήρθε η ώρα να το κάνουμε καλοκαιρινό. Εξάλλου, είχαμε αποφασίσει με το Γιαννίκο πως ο γαμπρός δεν μας άρεσε – φορούσε παντοφλέ παπούτσια με φιογκάκι που κρεμόταν` απαράδεκτο – και πως ο αδερφός του φαινόταν χουντικός` μπροστά στον συμπέθερο, ο πατέρας μας ήταν ο ’γιος Φραγκίσκος της Ασσίζης` μπροστά στη συμπεθέρα, η μάνα μας ήταν η Μαρί Κιουρί. Ενώ σκεφτόμουν τι φριχτό να κάνω, ο μπαμπάς είπε ξαφνικά: "Δεν πας, βρε παιδάκι μου, σ’ εκείνο το πάρτυ;", κι εγώ πετάχτηκα πάνω – ο Γιαννίκος έπεσε απ’ το πουφ – και τσακίστηκα να ετοιμαστώ – μπλου τζην με δαντέλα στο στρίφωμα – και να βουτήξω παραμάσχαλα τους δίσκους μου. Τη στιγμή που περνούσα μ’ έναν πήδο το κατώφλι, ο μπαμπάς εκσφεντόνισε τα κλειδιά του αυτοκινήτου προς το μέρος μου: "Κοίτα μη σε σταματήσει κανένας μπασκίνας!" είπε, ενώ η μαμά γούρλωνε τα μάτια. "Και κοίτα να γυρίσεις πριν απ’ τις πέντε το πρωί, ε;" πρόσθεσε ο μπαμπάς, γυρνώντας μ’ ένα αθώο χαμόγελο στους επισκέπτες.
Απ’ ό,τι έμαθα την επομένη απ’ το Γιαννίκο – που χαχάνιζε – κι απ’ τη Μπέμπα – που έκλαιγε με λυγμούς – ο γαμπρός ήπιε πέντε-έξι λικεράκια και τον πήρανε σηκωτό` ο συμπέθερος διαπίστωσε αγεφύρωτες διαφορές "νοοτροπίας" - είπε - όπως άλλωστε κι ο αδελφός, ο οποίος τα είχε πάρει στο κρανίο. Τότε δεν είχε εφευρεθεί ακόμα αυτή η έκφραση` ήταν διαφορετική εποχή. Όσο για τη συμπεθέρα και τη μάνα μας, δεν διαπίστωσαν απολύτως τίποτα. Το συνοικέσιο χάλασε, οι συμπέθεροι μάς κόψανε την καλημέρα, όπως και η θεία Κούλα γιατί, είπε, την εκθέσαμε.
Η Μπέμπα δεν παντρεύτηκε. Τον πρώτο καιρό μετά το φιάσκο κλαψούριζε πως θα μείνει στο ράφι` υπνοβατούσε συστηματικά και τη βρίσκαμε τα ξημερώματα στην κουζίνα να τρώει μαρμελάδες` πάχυνε τρία κιλά` για να τη διασκεδάσουμε τραγουδούσαμε Μπέμπα, πόσο έχεις μεγαλώσει, Μπέμπα έχεις γίνει άλλη τόση, Μπέμπαααα! Μπέεεεμπα!` έπειτα, τα ξέχασε όλα` γράφτηκε σε μια σχολή γραμματέων, πήρε το αναθεματισμένο το Sorbonne III (με passable, αλλά το πήρε)` της περάσανε και τα σπυριά. Μέχρι πρότινος, μέτραγε τριάντα δύο εραστές. Δεν είναι πολλοί, δεν είναι και λίγοι. Ακόμα αλληλογραφεί μ’ εκείνο τον τύπο απ’ τη Φιλανδία.