09202017Τετ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Εξάντας

Απορρόφηση ή ενσωμάτωση;

Του ’γγελου ΕΛΕΦΑΝΤΗ
ΑΥΓΗ 3-10-2004
 
    Το μέλλον που προδιαγράφει για τους Αλβανούς οικονομικούς μετανάστες το ρατσιστικότατο και επηρμένο σύνθημα των αλβανοφάγων "δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ" δεν είναι απίθανο. Μπορεί έτσι να γίνει, οι Αλβανοί --εννοώ όσοι εγκαθίστανται μόνιμα στην Ελλάδα-- μπορεί ποτέ να μην εξελληνισθούν, ίσως ποτέ να μην συμβεί και σ' αυτούς ό,τι συνέβη με τα αλβανικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στο ύστερο Βυζάντιο και επί τουρκοκρατίας στον σημερινό ελληνικό χώρο. Ύστερα από κάμποσους αιώνες από Αλβανοί έγιναν Αρβανίτες και από Αρβανίτες Έλληνες με τα όλα τους, ανδραγαθήσαντες και πρωτοστατήσαντες μάλιστα, κατά ξηράν και θάλασσαν, εις τους αγώνας διά την ανεξαρτησίαν του ελληνικού έθνους (αλλά και αργότερα: βλέπε π.χ. Αντίσταση).


Μπορεί, λοιπόν, οι Αλβανοί στο μέλλον να μην γίνουν ποτέ Έλληνες, αλλά μπορεί και να γίνουν. Αν είναι αφόρητο το σύνθημα που ακούστηκε προσφάτως, κοντά στα άλλα είναι γιατί προλέγει αυθαίρετα ένα μέλλον για τους άλλους, θεωρώντας ότι η ιδιότητα του Έλληνος είναι για πάντα καπαρωμένη, μάλλον γονιδιακώ τω τρόπω, από τους σημερινούς περιούσιους Έλληνες, ενώ οι Αλβανοί είναι καταδικασμένοι να μη στεφανωθούν ποτέ από το κλέος της περιούσιας φυλής μας, ως κατώτεροι.
Στο μέλλον θα γίνει ό,τι είναι να γίνει. Η ιστορία, ως αστάθμητος, έχει πολλά ενδεχόμενα μέσα της και είναι αστείο να προλέγει κανείς το μακρινό μέλλον επικαλούμενος κάποιες νομοτέλειες. Θα γίνει, λοιπόν, ό,τι είναι να γίνει, αλλά στο μεταξύ κάτι γίνεται, η πραγματικότητα κάνει κάποια βήματα προς μια ορισμένη κατεύθυνση, εκδηλώνεται μια ορισμένη τάση με σαφήνεια. Κι αυτή η τάση, για την οποία μιλούσα παραπάνω, δείχνει ότι πολλοί Αλβανοί οικονομικοί μετανάστες έρχονται στον τόπο μας, βεβαίως, για δουλειά, αλλά η βίζιτα αποδεικνύεται αρμένικη. Μπορεί να μείνουν για καιρό ή για πάντα. Πόσοι θα μείνουν και για πόσο καιρό εξαρτάται, κυρίως, από δύο παράγοντες: πρώτον, από το αν στην πατρίδα τους δεν βρίσκουν δουλειά, αν η πατρίδα τους, με την άθλια οικονομική και κοινωνική κατάστασή της, τους διώχνει. Δεύτερον, αν στην Ελλάδα θα βρίσκουν δουλειά, αν τα γιαπιά, τα εστιατόρια, τα σπίτια, τα χωράφια, οι βιοτεχνίες το/yς θέλουν, τους έχουν ανάγκη (γι' αυτό δεν μεταναστεύουν π.χ. στην Τουρκία, γιατί ξέρουν ότι εκεί δεν υπάρχει δουλειά ούτε για τους Τούρκους).
Εμείς όμως τι θέλουμε; Αν οι τάσεις προδιαγράφουν κατά κάποιο τρόπο μιαν εξέλιξη προς μια ορισμένη κατεύθυνση, εμείς τι θέλουμε; Αποδεχόμαστε τις τάσεις; Δεν επεμβαίνουμε; Εναντιωνόμαστε σ' αυτές; Και ποιες οι συνέπειες προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση;
Θα χρησιμοποιήσω εδώ τα λόγια του καθηγητή Γιώργου Καμίνη, σημερινού Συνήγορου του Πολίτη (συνέντευξη στην |Ελευθεροτυπία|, 26 Σεπτεμβρίου 2004). Στην ερώτηση αν υπάρχει θέμα άσκησης συνολικής πολιτικής (για τους μετανάστες) απαντά:
"Έχουμε όμως πολιτική για την ένταξη των αλλοδαπών στον κοινωνικό ιστό της χώρας; Έχουμε αποφασίσει τι κοινωνία θέλουμε; Πορευόμαστε προς μια κοινωνία ανοχής και ειρηνικής συνύπαρξης, δηλαδή προς μια κοινωνία ένταξης και πολυπολιτισμικότητας ή θέλουμε μια κοινωνία αφομοίωσης; Κι αν ισχύει το δεύτερο, μπορείς να μιλάς σήμερα για αφομοίωση; Αλλά μήπως ούτε αυτό θέλουμε; [...] Δεν έχουμε μεταναστευτική πολιτική, διότι δεν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι ένα μεγάλο μέρος των αλλοδαπών έχουν έρθει για να παραμείνουν. Εμείς ακόμη νομίζουμε ότι ήρθαν να δουλέψουν για λίγο και στη συνέχεια, 'μόλις φτιάξουν κομπόδεμα' θα επιστρέψουν στην πατρίδα τους. [...] |Τούτη την αδράνεια όμως θα την πληρώσουμε ακριβά|. Γιατί το σημερινό παιδί του μετανάστη, που ζει στο πετσί του τον κοινωνικό αποκλεισμό, εξωθείται στο περιθώριο. Εάν αύριο στραφεί στο έγκλημα, ποιος θα ευθύνεται;".
Ο κ. Καμίνης διαπιστώνει έλλειψη συνολικής πολιτικής, κρατικής ιδιαίτερα. Κι έχει δίκιο. Δύο όμως είναι οι δυνατές πολιτικές: η αφομοίωση ή η ενσωμάτωση. Υπάρχει βέβαια και τρίτη, αυτή που ακολουθείται: η εμπειρική και αποσπασματική αντίδραση απέναντι στο μεταναστευτικό φαινόμενο που πάει από την εξωπέταξη ώς την σπασμωδική διαχείριση, κατά περίπτωση, γεμάτη αντιφάσεις και αδιέξοδα. Ας δούμε όμως τις δυο πρώτες.
Αφομοίωση: Εδώ οι ξένοι αντιμετωπίζονται ως μια παθητική μάζα. Τους κάνουμε ό,τι θέλουμε. Κρατάμε, επιλεκτικά, όσους θέλουμε (300.000 είπε η "Βουλή των Εφήβων", άρα 700.000 εξωπετάγονται), τους υποχρεώνουμε να γίνουν όπως τους θέλουμε, σε τελική ανάλυση και σε ένα ορισμένο βάθος χρόνου να γίνουν σαν κι εμάς, να εξελληνιστούν με συνοπτικές διαδικασίες, να ξεχάσουν την ιδιοπροσωπία τους, τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους, την κουλτούρα τους, να ντύνονται σαν κι εμάς (εύκολο αυτό), να μαγειρεύουν σαν κι εμάς, να τραγουδούν σαν κι εμάς, η Αλβανίδα να συμπεριφέρεται σαν την Ελληνίδα κυρά της, με τον ίδιο τρόπο να κοσμεί και να επιπλώνει το σπίτι της, να διασκεδάζει με τον ίδιο τρόπο, να χειροκροτεί μόνον την Εθνική Ελλάδος, η καρδιά του "να χτυπά ελληνικά", με δυο λόγια --γιατί ο κατάλογος είναι πολύ μακρύς-- να αποαλβανοποιηθούν πλήρως και να εξελληνισθούν πλήρως, με συνοπτικές διαδικασίες, να μην ξεχωρίζουν, έχοντας εγκολπωθεί πλήρως το ελληνικό αξιακό σύστημα και τις αντίστοιχες συμπεριφορές, να ξεχάσουν αυτό που ήταν. Η πολιτική της /|αφομοίωσης|, που προϋποθέτει πάντα ήπια ή σκληρή βία, πάντως βία, είναι πολιτική αλλοτρίωσης του ξένου στοιχείου. Συνέβη πολλές φορές στην ιστορία των λαών και των εθνών, και σε μας. Περίπτωση μοντέλο είναι οι ΗΠΑ: από 30 εκ. που ήταν οι κάτοικοί τους στα χρόνια του Εμφυλίου πολέμου (Βόρειοι και Νότιοι, 1861-1864), ξεπέρασαν τα 200.000.000 μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, όχι βέβαια διά της οργιαστικής γονιμότητας αλλά με την ολοσχερή αφομοίωση των μεταναστών στο αμερικανικό έθνος ή καλύτερα στο WASP: λευκός, αγγλοσάξων και προτεστάντης, καθιστώντας Σλάβους, Μεξικάνους, Μαύρους, Ισπανούς, Έλληνες κ.λπ. αμερικανότερους των Αμερικανών. Στο μοντέλο αυτό οι όποιες διαφορές προς το κυρίαρχο στοιχείο καταστέλλονται, οι αντιφάσεις καταργούνται, οι συγκρούσεις πατάσσονται. Η εθνική καταγωγή παραμένει ιδιωτική υπόθεση, ένας οικογενειακός μύθος, όπως τον είδαμε να εικονίζεται φολκλορικά στο "Γάμο α λα ελληνικά", ή στο "Λεωφορείον ο πόθος", όπου όμως ο Πολωνός Μάρλον Μπράντο εκρήγνυται δυναμικά κάθε φορά που του θυμίζει η καθαρόαιμη Αμερικάνα Βίβιαν Λη ότι δεν είναι παρά ένας αγροίκος Πόλακ. Η πολιτική της αφομοίωσης, των εκατομμυρίων μεταναστών στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, Πακιστανών, Μαγκρεμπίνων, Μαύρων, Ισπανοπορτογάλων, Ελλήνων, Γιουγκοσλάβων, Φιλιππινέζων, Τούρκων απέτυχε παταγωδώς --γιατί κι εκεί εφαρμόστηκε-- αφήνοντας πίσω της άπειρα κοινωνικά ερείπια και εκρηκτικές καταστάσεις.
Μας ταιριάζει αυτό το μοντέλο; Πιο σωστά, το θέλουμε;
Ενσωμάτωση: Ο όρος, ομολογουμένως, δεν είναι αρκετά σαφής. Και τούτο διότι η ενσωμάτωση υπαινίσσεται ότι οι ξένοι πρέπει να γίνουν ένα σώμα με τους ντόπιους, να ενταχθούν πλήρως μέσα στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Μήπως κι έτσι δεν πρόκειται παρά για αφομοίωση με άλλο όνομα;
Θα έλεγα όμως οι δύο πολιτικές διαφέρουν ουσιωδέστατα. Με την ενσωμάτωση αναγνωρίζεται ότι οι ξένοι δεν μπορεί παρά να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία, στις δομές της, στον τρόπο λειτουργίας της. Ούτε οι ντόπιοι να τους θεωρούν ξένο σώμα που κάποια στιγμή θα απαλλαγούν απ' αυτούς ούτε οι ξένοι να θεωρούν ότι είναι ξένο σώμα, επείσκατοι. Μέτοικοι ίσως για ένα διάστημα --δεν θέλω να τους παραλληλίσω με τους μέτοικους της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας-- πάντως στοιχεία αυτού του τόπου, με επίκτητη μεν εντοπιότητα, πάντως εντοπιότητα. Το κρίσιμο σημείο είναι η μη αποβολή των στοιχείων της εθνικής και πολιτισμικής τους ιδιοπροσωπίας, η αίσθησή τους ότι είναι |και| ξένοι. Και συνάμα, αφού ως εργαζόμενοι συσσωματώνονται στο σώμα των Ελλήνων εργαζομένων, δεν μπορεί να είναι απόκληροι, ούτε αποκλεισμένοι. Αυτά τα γενικά παραπέμπουν σε μια σειρά μορφές πρακτικής, σε δικαιώματα και υποχρεώσεις: αναγνωρισμένο και νομιμοποιημένο δικαίωμα εργασίας, περίθαλψης, εκπαίδευσης, κατοικίας. Αν τα παραπάνω αποτελούν τα εκ των ων ουκ άνευ στοιχεία μιας ειρηνικής συνύπαρξης, που λέει με το δίκιο του ο Συνήγορος του Πολίτη, ωστόσο δεν είναι τα μόνα. Οι άνθρωποι αυτοί, καίτοι ενσωματωμένοι ως κοινωνικά όντα στην ελληνική κοινωνία, έχουν τη γλώσσα τους, τις παραδόσεις τους, τη θρησκεία τους ενδεχομένως, ένα μακρινό συνανήκειν, έχουν τις δικές τους συγγένειες - αγχιστείες. Βέβαια η συνοίκηση είναι και ένα δούναι-λαβείν, μια ανταλλαγή δώρων και αντίδωρων, δίνουμε και παίρνουμε. Οι συνοικούντες δεν είναι (ή δεν πρέπει να είναι) αλληλοαποκλειόμενοι, γκετοποιημένοι. Η ανταλλαγή μηνυμάτων, εμπορευμάτων, γυναικών, ανδρών, γλωσσών, συμπεριφορών είναι βασικός νόμος ανάπτυξης και εξέλιξης των κοινωνιών. Αλλά να ξέρουμε ότι ανάμεσα στις διαφορετικές ομάδες υπάρχουν μεν περάσματα, δάνεια, δώρα κι αντίδωρα, οσμώσεις, διαπερατότητες, αλλά υπάρχουν κι αδιάβατα σημεία. Τα ποτάμια και τα βουνά και ενώνουν και χωρίζουν. Τα σύνορα και χωρίζουν και ενώνουν: δεν είναι ένα μάγμα οι κοινωνίες.

Και πάνω απ' όλα η ενσωμάτωση είναι μια διαδικασία --ποτέ δεν γίνεται μια κι έξω-- ώστε η συνοίκηση των εξ ορισμού ετεροκλήτων να μην καταλήγει ή στην καταστρεπτική σύγκρουση ή στην αλλοτρίωση του ασθενέστερου, του ξένου. Δύσκολο πράγμα δηλαδή, πολύ δύσκολο, διότι, κοντά στα άλλα, τα συμφέροντα και τα διαφέροντα, η ενσωμάτωση υπαγορεύει εκατέρωθεν υποχρεώσεις. Να πάρω ένα μόνο παράδειγμα: βεβαίως η ελληνική πολιτεία πρέπει να βοηθήσει τους ξένους να μάθουν ελληνικά, καλά ελληνικά. Τούτη η υποχρέωση της πολιτείας είναι συνάλληλη με την υποχρέωση ημών των ιθαγενών να μιλάμε στους ξένους, να μην στραβομουτσουνιάζουμε με τα γλωσσικά τους λάθη, να μη τους λοιδορούμε για τις κοτσάνες τους, να μη φοβόμαστε ότι η επικοινωνία μαζί τους φέρνει εκπτώχευση της δικιάς μας γλώσσας (όπως έκανε ο Καραγκιόζης με τον Μπαρμπαγιώργο που του κορόιδευε τη γλώσσα μπας και του αρπάξει την τσαντίλα με το τυρί). Μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε πόσο κόπο χρειάζεται ο ξένος να μάθει για παράδειγμα τη λέξη "εκπτώχευση" και τόσες άλλες; Όσο δεν τις μαθαίνει θα είναι εξ ορισμού φτωχός. Όσοι έχουμε ζήσει στο εξωτερικό ξέρουμε πόσο διαφορετική και συχνά περιφρονητική είναι η συμπεριφορά γλώσσας απέναντι στους ξένους. Οι Ιταλοί, για παράδειγμα, στήνουν αμέσως κουβεντολόι με τον ξένο, παρόλο που ο ξένος μόλις που καταφέρνει να συνεννοείται μαζί τους στα στοιχειώδη. ’λλο οι Εγγλέζοι, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί κ.λπ. Το ίδιο παράδειγμα δείχνει και μια αμοιβαία υποχρέωση των ξένων να μάθουν τη γλώσσα του τόπου. Μαθαίνοντας τη γλώσσα, εκτός του ότι αποκτούν ένα μέσο επικοινωνίας, κατακτούν ταυτόχρονα ένα πολύτιμο στοιχείο εντοπιότητας.
Με όλα τα παραπάνω ήθελα να δείξω ότι, αφού ως κοινωνία είμαστε καταδικασμένοι να συμβιώσουμε με τους ξένους, καλούμαστε να διαμορφώσουμε και να κατακτήσουμε τις συμπεριφορές και τους θεσμούς αυτής της συμβίωσης. Στόχος: οι ξένοι να μην γκετοποιηθούν, να συζήσουν με τους ντόπιους χωρίς να χάσουν την ιδιοπροσωπία τους. Ή, στο βαθμό που με τον καιρό αποβάλλουν στοιχεία της κουλτούρας τους και υιοθετούν δικά μας στοιχεία, αυτό να γίνεται οικεία βουλήσει. Πολυπολιτισμικότητα δεν σημαίνει, ή δεν πρέπει να σημαίνει, συμβιωτικές κοινότητες χωριστά ή μια από την άλλη, ξένες μεταξύ τους, περιχαρακωμένες, αλλά συνύπαρξη, συγχρωτισμός, οσμώσεις, λείανση των ανταγωνιστικών διαφορών, ελεύθερη λειτουργία των δανείων. Αυτό είναι το στοίχημα που, αν το κερδίσουμε, και εμείς και οι ξένοι, θα είναι προς αμοιβαίον όφελος.