10212017Σαβ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Εικόνες

Ιάσων από την Κολχίδα/γράφει η Νίκη Τρουλλινού

      Η  ’ννα προτιμούσε το καράβι για τις αναχωρήσεις της από το νησί, καράβια με ονόματα φερμένα από τους μύθους και άλλα της ιστορίας, ποτέ τους δεν κατάφεραν οι όπου γης νησιώτες να ξεφύγουν από την κουκίδα τους στο  χάρτη και τα κύματα. Βασιλιάς Μίνως και Λατώ και Αριάδνη, καράβια πανύψηλα, ο Κούλες είναι πια χαμηλότερος από τα πλοία, σκέφτηκε, αλλά αυτά  ποτέ δεν θα φτάσουν τα χρόνια του.  Ο ήλιος πήρε να κοκκινίζει πάνω από τον Ψηλορείτη, μια πορφυρή σφαίρα που βυθιζόταν αργά πίσω από το βουνό. Κόκκινο δείλι στις χώρες που ταξίδεψε δεν είχε δει, ή μήπως δεν είχε προσέξει αυτό που ήταν για κείνη δεδομένο; Τα κτίρια  ίδια κι όμοια παντού, ψηλά κουτιά με τρύπες, θα πας να ζήσεις σε μια άσκημη πόλη, της είχαν πει, κάτι καβαφικό είχε απαντήσει, για την πόλη που μέσα μας κουβαλάμε και άλλα τινά. Η αλήθεια είναι πως προτιμούσε την πόλη τη νύχτα,  το μισοσκόταδο χαρίζει άπλετο χώρο στις αυτα
    Έσυρε το βλέμμα της προς τα βενετσιάνικα καρνάγια. Εδώ, ναι,  τα μάτια αναπαύονταν πάνω στις  κομψές πέτρινες καμπύλες, συντροφεμένες οι καμάρες τους, καμιά δεν πάλευε να ξεπεράσει την άλλη, τα καράβια τα τραβούσαν μέσα στις μεγάλες χοάνες τους για επισκευή, πότε εσύ πότε εγώ, άκουσε πάνω από το κεφάλι της τη  μπουρού του Βασιλέα Μίνωα να στέλνει το ύστατο χαίρε στην Αγία Γαλήνη και γαλήνεψε. Έκανε σχέδια: θ΄αφήσει το σινάφι το πρωί στο λιμάνι του Πειραιά, θα τους δώσει τα πράγματα της μόνο για το ταξί, λίγα ρούχα και πολλή χαρτούρα,  κρατικοί λειτουργοί την Κυριακή των εκλογών, κανονισμοί διεξαγωγής της εκλογικής διαδικασίας, υποδείγματα καταμέτρησης ψηφοδελτίων και λογής τηλεγραφημάτων, όχι, θα κανονίσει το δικό της δρομολόγιο: Από την ακτή Μιαούλη στο σταθμό του ηλεκτρικού  με τα πόδια κι ο Πειραιάς ακόμα μέσα στη νύχτα.   Η θάλασσα θα βρωμάει πετρέλαιο, αγουροξυπνημένοι επιβάτες θα βρίζονται με ταξιτζήδες,  κούτες με  λάδι και πορτοκάλια και φουριάρικο τσιγαρισμένο  κατσίκι θα φορτώνονται σε πορτ μπαγκάζ,  τα  ταξί θα μαρσάρουν αλλά αυτή με τα πόδια. Θα χαράζει όταν θα αγοράζει κουλούρι καβρουμά στην είσοδο του σταθμού και θα πάρει τον πρώτο συρμό με σκουντούφληδες συνεπιβάτες μέσα στη μπόχα του βαγονιού και την τσαντίλα μιας ακόμα δύσκολης μέρας.  Το ντεπό των τρένων, οι ράγιες γκουπ -  γκουπ, παλιά κεραμόσκεπα κτίρια, ξεπεσμένα εργοστάσια τσιγάρων, μάντρες αυτοκινήτων, υφαντουργεία με καταληκτική προθεσμία λειτουργίας, Φάληρο. Σύρριζα στις ράγιες το γήπεδο του θρύλου και των συναυλιών της νιότης,  ξεχασμένα από το χρόνο και τους ιδιοκτήτες νεοκλασσικά,  λίγοι φοίνικες ακόμα όρθιοι, το τρίπατο σπίτι δεξιά με τις νότες από το φλάουτο – πόσες ζωές σε μια ζωή -   θα κατέβει Θησείο ή μήπως Μοναστηράκι; Μοναστηράκι, ναι, καλύτερα, θα ‘χει πάει εφτά, θα πάρει την οδό Ηφαίστου και  τα ρολά των μαγαζιών κατεβασμένα. Οι γάτες μόνο θα πλένουν τη γούνα τους με τη γλώσσα  ξαποσταμένες από το νυκτερινό κυνήγι των ποντικών ανάμεσα σε κιτρινισμένα βιβλία και ξύλινες τυπογραφικές κάσες. Τα  παλιατζίδικα ακόμα κλειστά, θα παραγγείλει πρωινό  στο καφενείο μπροστά στον ’γιο Φίλιππο μόλις ανοίξει και θ΄ ανάψει τσιγάρο. Ο μαγαζάτορας θα βάλει ραδιόφωνο, για αύριο θέλει Έρικ Κλάπτον στα ερτζιανά. Και θάρθουν οι    πρώτοι παλιατζήδες, ο ήχος από τα σκουριασμένα ρολά, μια μπρούτζινη πλάτη από κρεβάτι του μεσοπολέμου, κλειδιά και κατσαβίδια,  λάμπες θυέλλης και κουρκουμάδες για τους γραφιάδες,   στο χάνι του Όθωνα ανθεί το εμπόριο της μνήμης.  Θ’ αργήσει ο δικός μου ; Θα μπει στο βασίλειο των παλιών βιβλίων και θ΄ αρχίσει το σκάλισμα. Μπορεί και να σταθεί τυχερή. Ίσως αυτή τη φορά θα την περιμένει η κυρία Γουλφ στο ράφι και η Κλαρίσσα θάχει προλάβει ν΄ αγοράσει τα λουλούδια της. Λουλούδια για την επιστήθια φίλη της η ’ννα  θα αγοράσει από την πλατεία Κάνιγγος, εκεί το πρωί πάντα βρίσκει φρέσκα τριαντάφυλλα.
 
           Χάζευε στα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος όταν την πήρε το μάτι του. Σε κάποια βιτρίνα με βιβλία και η ’ννα. Δυσκολεύτηκε να τη θυμηθεί, μόνο και μόνο  γιατί έτσι πρέπει να γίνεται συνήθως. Σώμα κλαράκι δεν έχει πια, κι αυτό συνηθισμένο μετά  από είκοσι και βάλε χρόνια, αλλά και πάλι τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν, ποια άλλη από τις παλιές του φιλίες – φιλίες μόνο;
Είχε τέτοια εμμονή…Παράξενη συνήθεια την έβρισκε, σαν να ήθελε να τα κρύψει, να τα προστατεύσει, να τα σφίξει. Θυμός που σιγόβραζε μέσα της και ποτέ του δεν κατάλαβε; Γιατί πράματα να κρύψει δεν είχε πολλά, ή έτσι εκείνος, ο Πέτρος Βάρδας πίστευε. Πρόσωπο ξάστερο και μάτια που κοιτούσαν ίσια, μπορεί γι αυτό να την είχε ερωτευτεί, πόσο δυνατά, ακόμα αναρωτιέται. Πλησίασε, δεν τον είχε δει, τράβηξε από την τσέπη το δεξί της χέρι και το βύθισε στη μισάνοιχτη τσάντα, ένα ζευγάρι γυαλιά πήραν το δρόμο για τα μάτια της και συγχρόνως έσκυψε πιο κοντά στη βιτρίνα. Έσκυψε κι ο Πέτρος. Συναντήθηκαν έτσι μετά από χρόνια πάνω στο τζάμι μιας  βιτρίνας.
         Τα φιλιά στο μάγουλο, λοιπόν θα τον πιούνε τον καφέ, τώρα όχι αύριο, ούτε μετά,  έστω βιαστικά, για τις εκλογές δεν κατέβηκε κι αυτός στη Αθήνα; Ούτε ανταλλαγή τηλεφώνων, χαρτάκια κι επαγγελματικές κάρτες ξεχασμένες στο βάθος της τσάντας, τηλεφωνικές κλήσεις που, μετά το ξάφνιασμα ποτέ δεν πραγματοποιούνται, εδώ και τώρα, σύνθημα της εποχής  είναι κι αυτό…
Κουστούμι στην τρίχα ο Πέτρος, γραβάτα και τσάντα γνωστής ακριβής φίρμας. Το ήξερε, του είπε, ότι δικηγορούσε στη Λάρισα, πετυχημένος μάλιστα, οικογένεια, παιδιά, αυτά της τα ‘χε ξετρέξει  η Γιάννα. ’λλωστε γι αυτό δεν είχαν χωρίσει ; Ο Πέτρος ήθελε να γυρίσει στα πατρικά του, είχε προσγειωθεί γρήγορα μετά την δικτατορία, ο πατέρας του τον πίεζε, ο θεσσαλικός κάμπος έχει μεγάλες ευκαιρίες. Δεν άργησαν οι επιδοτήσεις στα μπαμπάκια, τα χρυσά κουτάλια του εθνάρχη δεν απείχαν πολύ από την πραγματικότητα και το γραφείο του από τα καλύτερα στον κάμπο.
-          Μα εκεί δεν έχει θάλασσα, τόλμησε να πει για  τελευταία φορά, νύχτα, στη γκαρσονιέρα τους κάπου στη Εμμ. Μπενάκη.
-          Γιατί, μήπως εδώ θάλασσα βλέπεις, καταμεσής στις πολυκατοικίες των Εξαρχείων; Του είπε πως εδώ είναι αλλιώς,  σαν την αποθυμήσει παίρνει τον ηλεκτρικό και κατεβαίνει στο Φάληρο,  σε δέκα,  είκοσι λεπτά στη θάλασσα είναι. Ύστερα την αγάπη της για τη θάλασσα την ήξερε από την αρχή. Τα Σάββατα πιο πολύ κατηφόριζε, περπατούσε δίπλα στο κύμα, ούτε επιχωματώσεις τότε, ούτε βούρκος, τα μεγάλα έργα του μέλλοντος τους ήρθαν μετά, είχε φτάσει στο σημείο να σκεφτεί πως και η φιλία με το Δημήτρη στο Φάληρο  κράτησε χρόνια εξ αιτίας της θάλασσας. Και πράγμα περίεργο που ποτέ δεν το κατάλαβε, όφειλε μήπως ; όταν περπατούσε κοντά στο κύμα ποτέ δεν έβαζε στις τσέπες τα χέρια, ούτε τα μαλλιά της μάζευε με λαστιχάκι. Εκεί, χέρια και μαλλιά, μαλλιά και χέρια, αρμένιζαν πέρα – δώθε. 
-                    Μπήκαν σ΄ ένα καφέ και παράγγειλαν. Κοιτιόνταν γελαστοί, ευτυχώς δεν ξεστόμιζε κανείς τους ανοησίες  του είδους ‘’χαθήκαμε, πω  πω   και  πως τα καταφέραμε’’,  η εξυπνάδα ήταν κάτι που πολύ εκτιμούσε πάντα ο ένας στον άλλο. Έπιασαν τα της καριέρας τους, ναι, συμβολαιογράφος η ’ννα,  αγορές και πωλήσεις, γονικές παροχές και πληρεξούσια, βλέπει παλιούς φίλους που γύρισαν στο νησί,  μαθαίνει για άλλους που πήραν κι αυτοί το δρόμο για την  επαρχία. Τώρα την λένε περιφέρεια, σε ποια περιφέρεια επιστρέψατε μαντάμ…κι ο αυτοσαρκασμός, κι αυτός ήταν μέσα στα προσόντα της. Αυτός, θα το ξέρει, παντρεύτηκε την Γεωργία από τους τοπικούς, κατεβαίνει στην Αθήνα συχνά, κάποια σημαντικά ποινικά, είναι και οι δίδυμοι εδώ, φοιτούν στο Αθήνησι.  Νομική ο ένας, φυσικό ο άλλος, τα μοιράσανε με τη Γεωργία τα ενδιαφέροντα, όχι, αυτή δεν δουλεύει, κουράστηκε με τα ιδιαίτερα, υπάρχει και τρίτο παιδί, το στερνοπούλι τους, κορίτσι ευτυχώς, το κακομαθημένο τους, δημοτικό ακόμα. Εκείνη; κάτι άκουσε, έχει ένα μικρό γιο, έ ; Η ’ννα άναψε τσιγάρο, αυτός το ‘κοψε, μα-χαί-ρι, μόλις ένας συνάδελφος απεβίωσε μπροστά στα μάτια  του,  πάνω στα έδρανα της δικαστικής αίθουσας. Το γαμημένο το επάγγελμα θα τους ξεκάνει όλους με το άγχος του.  ‘’Πρέπει να το κόψεις, ’ννα, δεν είμαστε παιδιά πια, αλλά πες μου για το γιο σου…’’  ‘’ο Ιάσων, είναι μικρός, αργά το αποφάσισα, δημοτικό ακόμα, γλυκός…’’ κι άλλαξε κουβέντα. Κάτι για βιβλία, αν διαβάζει ακόμα, κάτι για κινηματογράφο. Τι να δούμε στην επαρχία, βρε ’ννα, πήξαμε στην αμερικανίλα, έβλεπες άπειρες ταινίες, ευρωπαϊκό σινεμά, κι έκλαιγες πολύ στο σινεμά,  θυμάσαι;   
 
                           
                      ‘’Φάουλ, Πέτρο, το πρώτο σου φάουλ στα δέκα λεπτά που είμαστε μαζί. Το ρήμα ‘’θυμάμαι’’ προσέχουν οι εύστροφοι δικηγόροι πως το χρησιμοποιούν. ’’Κλαίω στο σινεμά, να το ξέρεις’’ σου είπα. Με  είχες κοιτάξει ξαφνιασμένος, στις διαδηλώσεις δεν κώλωνα, σκληρή με  νόμιζες με τσαγανό και κότσια,, είχαμε  μπει στην Ίριδα, Σάββατο πρωί, Ακαδημίας και Ιπποκράτους γωνία, δύο δραχμές το εισιτήριο στις φοιτητικές παραστάσεις. Χορτάσαμε εκεί  μέσα Φελλίνι και Μπέργκμαν, Γκοντάρ και  Γιάντσο, τα βράδια σε παρέσερνα  στην Αλκυονίδα, προξενιό της ’ννας και Αναπαράσταση. Ήταν σε κείνη τη σιωπή στο Λα στράντα, η ασκημούλα  θεά Τζούλια Μασίνα και ο δρόμος να βαθαίνει το πανί. ’ναψαν τα φώτα, κάποιος ψίθυρος απλωνόταν, τη Δευτέρα έχει συγκέντρωση στα σκαλάκια της σχολής, τα κορίτσια να φέρουν κανά σεντόνι, κι εγώ  δίπλα σου να μαζεύω τα ζουμιά από μάτια και μύτη. Λοιπόν, άκουσες, κλαίω στο σινεμά, να ξέρεις. Ήταν το πρωινό μετά την πρώτη μας νύχτα στο στενό σομιέ της κάμαρας σου.’’
   
           Κτύπησε το κινητό του – ευλογημένη η  τεχνολογία – τον άκουσε να λέει κάτι για Ζωοδόχου Πηγής και Ναβαρίνου, ναι, τα παιδιά τον περιμένουν,
Πλήρωσε τους καφέδες, έδωσαν τα χέρια ανταλλάσσοντας κοινοτυπίες. Κάρτα δεν του έδωσε, ούτε αυτός ζήτησε τα τηλέφωνα της, χώριζαν απλά, όπως κλείνουν οι παρενθέσεις που ένα τυχαίο λάθος άνοιξε στις κίτρινες κόλλες των συμβολαίων.
 
                      
                          ‘’Έξυπνη κίνηση, Πέτρο, είσαι ακόμα καλός στο σκάκι; φεύγεις την κατάλληλη στιγμή και χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου. Βιάζεσαι να πας με τα δίδυμα για φαγητό, μπορεί να τα πας στο μπάρμπα Γιάννη,  θα τους πεις πως εδώ τρώγατε εκείνα τα χρόνια, μπορεί να τους πεις για το κορίτσι σου και πόσο το χες αγαπήσει, μεταξύ κομματικής γραμμής και καταλήψεων, πόσο μελό, θεέ  μου αφόρητο μελό. Αποκλείεται βεβαίως να τους πεις, κοίτα σύμπτωση, σήμερα τη συνάντησες, κάτι να τους ξεφύγει στη μάνα τους τη Γεωργία και κείνη θα σου χτυπά το κινητό, ‘’έλα Πέτρο μου, τι τη θέλεις τόσες μέρες τη ρημάδα την Αθήνα’’. Γιατί το ξέρω, Πέτρο, πως δεν περνάς καλά εκεί στον τόπο χωρίς θάλασσα. Μου ’τόπε ένα πουλάκι, φλύαρο και κακεντρεχές, ο Δημήτρης από τα Φάληρα. Περνά και σε βλέπει αραιά και που, ανεβαίνοντας στη Θεσσαλονίκη. Από το γραφείο περνά, στο σπίτι δεν έχει έρθει, δεν τον κάλεσες κιόλας. Υποθέτει ότι δεν θέλεις να δει τη ταπεινή σου κατοικία με τους κήπους και την πισίνα. Και τη Γεωργία να επιθεωρεί τους ακριβούς καναπέδες δια χειρός Βαράγκη και να επιβλέπει τον αλβανό κηπουρό. ‘’Μην πατήσεις το χαλί, χρυσό μου, είναι Μπουχάρα’’ φέρεται να είπε στη Γιάννα που ο δρόμος της και η περιέργεια της την έφερε στο σπίτι σου ένα Πάσχα. Πάσχα με αρνιά σουβλιστά και κλαρίνα, αγάς εσύ του κάμπου με γυναίκα και τρία παιδιά. Τα μάζεψες ένα πρωί κι έφυγες θυμωμένος, ‘’εσύ κι η θάλασσα σου, θα ζήσω στη Λάρισα, να κάνω καριέρα, αν θες έλα’’. Όχι ότι περίμενες πολύ, άλλωστε δεν θα ’ρχομουνα, οι πόνοι στην κοιλιά με είχανε ήδη ρημάξει’’
 
          Τέλειωσαν οι εκλογές αισίως, πανηγυρισμοί στην Ομόνοια, πρεζόνια και άστεγοι εξαφανισμένοι, η πλατεία παραδίδεται στους νικητές. Η ’ννα πικραμένη, πάντα με τους χαμένους ρε γαμώτο,  με τους συναδέλφους πήγαν για πατσά μέσα στην αγορά. Οι γνωστές συζητήσεις, πόσοι ψήφισαν στο τμήμα σου, εμένα μου ‘ρθε ο τάδε υπουργός όλο σιρόπια και χαιρετούρες, τι λες ρε, εμένα η ντίβα του παλιού σινεμά, θυμάσαι δάκρυ, όλο φτωχή και εγκαταλελειμμένη,  άντε και τυφλή μια φορά, έλα ρε, ζει ακόμα;
Ξημέρωμα έφτασε στου Δημήτρη  περπατώντας πάνω σε τόνους πλαστικά σημαιάκια  και σκισμένο χαρτί με πρόσωπα ρετουσαρισμένα, τα πατούσε με λύσσα, ύστερα κουράστηκε, λίαν επιβαρυντική η κίνηση για τα πρησμένα από την ορθοστασία πόδια. Ψόφια, την πήρε ο ύπνος στη καρέκλα του Δημήτρη, ‘’άντε κούκλα μου να κοιμηθείς,  σου κανόνισα και το ραντεβού στο Υπουργείο για το χαρτί που θέλεις…άντε ‘’ και τη σκέπασε στοργικά στον καναπέ του σαλονιού, μόλις έφυγαν οι των εκλογικών  αποτελεσμάτων θεατές που έκαναν ζάππιγκ στα κανάλια.                                                                                            
       Τρίτη μεσημεράκι πέρασε την πύλη του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας. Κανονισμένο το ραντεβού με την υπεύθυνη του τμήματος υιοθεσιών. Αντάλλαξαν τα τυπικά, αν μπορεί να περιμένει λίγο, θα της φωτοτυπήσει την πρόσφατη συμφωνία της ελληνικής κυβερνήσεως με την ρουμάνικη για το θέμα των διακρατικών υιοθεσιών, δυο λεπτά, επιστρέφει αμέσως, η ’ννα πλησίασε το παράθυρο και άναψε τσιγάρο. Πώς το ‘χει πει η μάνα της; Ο διάολος έχει πολλά ποδάρια, κόρη μου, κι ο Πέτρος πλήρωνε το ταξί στην είσοδο του υπουργείου.
 
                         ‘’Τι είναι οι συμπτώσεις, Πέτρο…τυχαία γεγονότα, παιχνίδια της μοίρας;  αυτό βαρύγδουπο  μ΄ ακούγεται, Πέτρο, δεν το γουστάρω, μήπως εμείς τις προκαλούμε, μια ύστατη κίνηση να σερβίρουμε τ’ απωθημένα μας, να μπήξουμε το μαχαίρι και να τεστάρουμε, πονάει, δεν πονάει, τι στο διάολο, μαργαρίτα για ξεφύλλισμα το πέρασα,  τι θέλεις τώρα δηλαδή να σου πω…Για το μικρό μου Ιάσονα και πως τον έφερα από τη Ρουμανία; ’κουσε Πέτρο μου, οι αδελφές χώρες που προσκυνούσαμε, τώρα μας προμηθεύουν άλλα αγαθά. Πουτάνες για τα αρσενικά που ξενοπηδάνε και  μωράκια για τις γκαντέμισσες σαν και μένα. Γιατί εσύ, Πέτρο μου, δεν έπαιρνες χαμπάρι, την πρώτη επέμβαση, έτσι κομψά ονομάζοντο τότε, σου την έκρυψα, φούντωνε το κίνημα κι εγώ για έμβρυα θα μίλαγα; Τη δεύτερη στην είπα, χλόμιασες, όλο και κάτι θα σου είχε πει ο πατέρας σου στον κάμπο, η τρίτη και τελεσίδικη – φυσάει το νομικό μας – ήταν αργά πια για να συζητηθεί. Χιόνιζε, οι Αθηναίοι στα μπαλκόνια, πόσα χρόνια είχε να το στρώσει, πήγαμε βόλτα στο Μετσόβιο και φωτογραφηθήκαμε, εσύ, εγώ και το άγαλμα της κόρης μπροστά στο κτίριο του Γκίνη. Έφευγες για Θεσσαλία. Ο πατέρας και λοιπά. Μαλακίες. Μεγάλο στριμωξίδι από στελέχη στην Αθήνα, ποιος θα φάει ποιον, ή μήπως τότε αλλιώς τα λέγαμε. ’λλωστε βοήθεια είχα, φρόντιζε πάντα η καθοδήγηση να μας βγάζει από τη δύσκολη θέση,   ή μήπως κι αυτό πρώτη φορά το ακούς; 
Ο Ιάσων, ένα γλυκό αγόρι, σ’ ένα άθλιο ίδρυμα στα περίχωρα του Βουκουρεστίου, όχι,  δεν θα πω ότι μου θύμισε τα μάτια σου, ίσως πολύ να το ‘θελες κάτι τέτοιο, αρέσκεστε οι άνδρες στο μοιραίο πιο πολύ από μας, τα μάτια τα δικά του έχει και τη δική του ζωή κάποτε θα ψάξει. Φροντίζω γι’ αυτό, κι όταν κάποτε ρωτήσει, ετοιμάζομαι, τι θα του πω.’’
 
                             Είστε έτοιμη, κυρία μου, η υπάλληλος απλώνει το χέρι της με τη φωτοτυπία,  η ’ννα κάτι ρωτά για τουαλέτα κι αν μπορεί να την χρησιμοποιήσει, αυτή η Αθήνα μας βγάζει από το πρόγραμμα εμάς τους επαρχιώτες, αμήχανη, τι να πει, έξοδο κινδύνου έχετε; Όταν έχει επιτέλους βρει ταξί, πολύ μακριά από το Υπουργείο, αρχίζει η βροχή. Βροχή με τους κουβάδες,  γρήγορα το γυρνάει σε χαλάζι, το ταξί στα Βριλήσσια αγκομαχεί μέσα στις λάσπες και τα καμένα, μαυρισμένα κλαδιά παρασύρονται από  τα αυτοσχέδια ρυάκια καταπάνω στις ρόδες,   ο οδηγός σταυροκοπιέται και η ’ννα λέει μέσα της, πάει εδώ θα μείνω, πρωτοσέλιδο θα γίνω, η απολεσθείσα κόρη της καταιγίδας, έλα καλέ, πως κάνεις έτσι, φτάσαμε,   λέει στον ταξιτζή και του δίνει ένα καλό πουρμπουάρ. Βιάζεται, μόλις μπει στη Γιάννα θα τηλεφωνήσει στο μικρό Ιάσονα. Ίσως πρέπει κι αυτή να υποχωρήσει και να πάρει ένα κινητό όπως όλοι οι γονείς.  
 
 
* Η Νίκη Τρουλλινού γεννήθηκε το 1953 στα Χανιά. Ζει στο Ηράκλειο. Δικηγόρος.
Έχουν εκδοθεί  ''Ένα μολύβι στο κομοδίνο'' Αναλόγιο 1995 (εξαντλ.), ''Μαράλ όπως Μαρία'' Ροδακιό 2002. Το τελευταίο ήταν υποψήφιο για το βραβείο διηγήματος 2003 του περιοδικού ΄΄Διαβάζω''