11222017Τετ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Η άποψη είναι σαν την .. μύτη! Όλοι έχουμε από μία!

Γράφει η Σοφία Τσουρλάκη

Είναι που γύρισε ο Ερμής ανάδρομος; Είναι  που  πλησιάζουν οι «δύσκολες» μέρες του μήνα; Είναι που είμαι κακός άνθρωπος από φυσικού μου; Δεν ξέρω! Αυτό που ξέρω είναι ότι ώρες και στιγμές νιώθω μια αδήριτη επιθυμία να πλακώσω στα χαστούκια κόσμο και κοσμάκη!!


Φύλλο 95 - Νοέμβριος 2010

ΧΡΕΟΣ!

Είμαι Ελληνίδα, που σημαίνει, χρεωμένη από γεννησιμιού μου. Πρώτη φορά το είχα ακούσει από τον δάσκαλό μου στο δημοτικό, καλή του ώρα, ο οποίος καταλάβαινε πως σε ηλικία δέκα ετών ήμασταν αρκετά ώριμοι να κατανοήσουμε τους όρους «εθνικό χρέος», «δανεισμός», «τόκος» κτλ.

Αν ο θεός ήταν πράγματι καλός, δίκαιος και ελεήμων...

Αν ο θεός ήταν πράγματι καλός, δίκαιος και ελεήμων, στις δέκα εντολές δεν θα δίδασκε "τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου" αλλά "τίμα το παιδί σου".
Παραμονές Χριστουγέννων και το γύρο της χώρας έκανε ακόμη μια φρικιαστική είδηση για την κακοποίηση μικρών παιδιών, από τη γυναίκα που τα έφερε στον κόσμο και τον σύντροφό της. Κακοποίηση όλων των ειδών. Ψυχική, φυσική, σωματική, σεξουαλική. Για ακόμη μία φορά. Μα όχι για τελευταία φορά. Δυστυχώς.

Φύλλο 93 - Σεπτέμβριος 2010

Θεός!

Το μεγαλύτερο εξιλαστήριο θύμα όλων των εποχών ανά την υφήλιο. Ότι και να συμβεί «Αυτός» φταίει.  Επίσης και το πιο σκληρά εργαζόμενο ον  ή μη ον, εξαρτάται πως το βλέπει κανείς!

Ποιος θα του το έλεγε ποτέ πως θα ζούσε αυτή τη στιγμή;

Καθισμένος σε μια γωνιά του δωματίου, μόνος, την έβλεπε να πλέει σε πελάγη ευτυχίας και εκείνος να έχει γίνει ξαφνικά ξένος, ανεπιθύμητος. Σφάλισε τα μάτια του για να κρύψει τα δάκρυα που πάλευαν να γεννηθούν και μαρτυρούσαν τον πόνο του. Έτσι, με τα μάτια κλειστά, είδε να περνούν από μπροστά του τόσες σκηνές….

Το καραβάκι!

Λίγες ώρες έμεναν μόνο. Και εκείνη όπως και όλοι οι υπόλοιποι που συμμετείχαν στην πρωτοβουλία το ήξεραν. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και κάπως έπρεπε να πιέσουν. «Τα κανάλια» πρότεινε κάποιος. Ναι, ακούγονταν λογικό. Η δύναμη της ενημέρωσης! Αυτή θα στήριζε την προσπάθεια. Αποφάσισαν λοιπόν, αφού δεν είχαν την ευκαιρία να επιβιβαστούν στα πλοία, να βοηθήσουν από όπου μπορούσε ο καθένας. Ελλάδα, Αγγλία , Αμερική, Ιρλανδία και άλλες χώρες.

Χαμένη Ζωή


Το νεκρό σώμα τοποθετήθηκε στον τελικό προορισμό του και εκείνη το κοίταξε για τελευταία φορά. Όχι για να το θυμάται, αλλά για να σιγουρευτεί ότι αυτή, ήταν πράγματι η τελευταία φορά που το αντίκριζε. Ούτε που κατάλαβε πως πέρασε η ώρα και τέλειωσε η κηδεία.

Το πρόσωπό της είχε μια παγωμένη έκφραση. Κάποιοι πίστεψαν ότι ήταν συντετριμμένη από το θάνατο του συντρόφου της και άλλοι ότι απλά ήταν πολύ κουρασμένη για να κλάψει.

Αόρατοι Φίλοι

Οι άνθρωποι γύρω δεν την καταλάβαιναν. Έβγαινε από το σπίτι της μόνο για να πάει στη δουλειά, άντε και στο σούπερ μάρκετ. Και μετά, πάλι μέσα.

Καλό ταξίδι και καλή ζωή!

Κάπου ανάμεσα στις ειδήσεις για τις απεργίες των τραπεζικών και στα προεόρτια (τότε) της συνάντησης των "μεγάλων" στο Βουκουρέστι, ακούστηκε και μια μικρή είδηση. Ο θάνατος, στα Χανιά,  από εργατικό ατύχημα ενός Σύριου 26 ετών και επιπλέον η δωρεά των οργάνων του.

Απορίες…..

Απορίες…..

Πασχίζω να θυμηθώ ποιος με είχε διαβεβαιώσει ότι η Εδέμ υπήρξε τότε, πολύ παλιά και πως το προπατορικό αμάρτημα που μας εξόρισε έγινε μία φορά και τέρμα; Όποιος και αν ήταν, θα ήθελα να τον είχα μπροστά μου τώρα.

Γιατί όταν είσαι φτωχός...

Περνώντας μπροστά από τον καθρέπτη του διαδρόμου, στάθηκε για μια στιγμή και παρατήρησε το είδωλό της. Με τα χρόνια είχε συνηθίσει να κοιτάζει τα αντικείμενα γύρω της, αλλά να μην τα βλέπει. Και πολύ περισσότερο, είχε μάθει να κοιτάζει τον εαυτό της και να μην τον βλέπει……

Οκτώ Μαρτίου! Η ημέρα της γυναίκας!

Μέχρι τα δεκαεννέα μου, αυτή η μέρα φάνταζε μεγαλειώδης. Σηματοδοτούσε το όνειρο του μέλλοντος! Κάθε όγδοη του Μάρτη ζήλευα που εγώ δεν ανήκα ακόμη στις «εορτάζουσες» και φανταζόμουν πως θα είναι στο μέλλον, που τώρα είναι πια παρόν.

Ζω, αισθάνομαι, αγαπώ,

αδιαφορώ και ονειρεύομαι σύμφωνα με τα "θέλω" και όχι σύμφωνα με τα "πρέπει".
Έφυγες. Ξαφνικά αλλά όχι απρόσμενα. Ήσυχα αλλά όχι ήρεμα. Έφυγες…. Και εγώ είμαι εδώ και  σε κοιτώ. Όχι εσένα. Κοιτώ το σώμα σου που έμεινε κοντά μας, μα όχι για πολύ ακόμη.  Το περίεργο είναι αυτό που νιώθω, ή μάλλον για την ακρίβεια, αυτό που δεν νιώθω. Τρομάζω με τον εαυτό μου. Θα έπρεπε να πονάω, θα έπρεπε να υποφέρω, θα έπρεπε…… Όμως τίποτε. Το απόλυτο τίποτε.

Φύλλο 87 - Φεβρουάριος 2010

Δυόμισι ευρώ η ελπίδα….

Θα πάω. Το αποφάσισα! Θα σηκωθώ από τον καναπέ μου και θα πάω. Τι έχω να χάσω; Εκτός από τον αυτοσεβασμό μου, τίποτε άλλο. Και αυτό δεν θα το καταλάβει κανείς. Για όλους τους άλλους στην κοινωνία που ζω, αυτό θεωρείτε κάτι φυσιολογικό, κάτι λογικό. Για την ακρίβεια αυτό που κάνω τόσα χρόνια θεωρείτε ανόητο. Οπότε… Θα πάω.

Σε ευχαριστώ πολύ Γιώργο.

Μεσημέρι Αυγούστου και η αποπνικτική υγρασία που κάνει το δέρμα να κολάει με έχει καταβάλει. Φορτωμένη με την τσάντα της δουλειάς και ένα σάκο με τα απαραίτητα εργαλεία, τρέχω στο παρκινγκ να πάρω το αυτοκίνητο για να προλάβω να δω όλους  τους πελάτες.

«Εγώ δεν θα βάψω ποτέ τα μαλλιά μου»

Παιδιόθεν είχε την τάση να ειρωνεύεται τις ανασφάλειες των μεγαλυτέρων σε ηλικία! Η πρώτη φορά που έγινε αυτό ήταν όταν , στην ηλικία των δεκαπέντε, παραδίδοντας το δώρο γενεθλίων στη θεία της , της είπε «Ε! φαντάζομαι αυτά είναι και τα τελευταία γενέθλια που γιορτάζεις.

Τα πάρτυ είναι για τους νέους και οι τριαντάρηδες είναι γνωστό πως είναι γέροι!» Τότε, φαντάζονταν τον τέλειο κόσμο. Ο οποίος λέει δεν θα είχε καθόλου γονείς και ανθρώπους ηλικίας πάνω άνω των τριάντα ετών. Όποιος , λέει, γιόρταζε τα τριακοστά γενέθλιά του, θα μεταφέρονταν σε άλλον πλανήτη !! Αν αυτός ο κόσμος υπήρχε, σήμερα η ίδια θα έβγαζε το εισιτήριο για τον άλλον πλανήτη.

Με τον καιρό βέβαια αυτές οι, σκληρές ομολογουμένως, απόψεις για τους ανθρώπους πέρα από την ηλικία των είκοσι εννέα είχαν αλλάξει. Πλέον δεν τους θεωρούσε τόσο απόμαχους. Σχολίαζε όμως καυστικά τις ανασφάλειές τους.

Ειδικά στις ομόφυλές της. «Εγώ δεν θα βάψω ποτέ τα μαλλιά μου» έλεγε «το να προσπαθείς να καλύψεις τα λευκά μαλλιά είναι τουλάχιστον φαιδρό!» «Πρέπει να αποδέχεσαι την ηλικία σου, και οι ρυτίδες είναι οι σφραγίδες της σοφίας» και άλλα τέτοια.

Και απόψε καθισμένη στο σκαμπό της τουαλέτας της, κοιτάζοντας ερευνητικά το δέρμα, τα μαλλιά, το σώμα της, συνειδητοποίησε πως η μοίρα τα φέρνει έτσι ώστε πάντα μα πάντα να δικαιώνεται το ρητό που λέει πως «ότι κοροϊδεύεις το λούζεσαι».

Περασμένα μεσάνυχτα, με τον λατρεμένο της σύζυγο να κοιμάται γαλήνια στο πλάι της και τα παιδιά της ασφαλή στην κρεβατοκάμαρά τους, με νωπές τις εικόνες από τα δώρα και τι ευχές όσων την περιέβαλαν με αγάπη για ευτυχισμένα γενέθλια, θα έπρεπε να είναι πιο ήρεμη και από μωρό μέσα στη μήτρα της μάνας του.

Και όμως δεν ένιωθε έτσι. Ο ύπνος ούτε καν που πλησίαζε τα βλέφαρά της και σχεδόν μηχανικά, υπακούοντας σε μία ανώτερη θαρρείς δύναμη, ήρθε και άρχισε να παρατηρεί το είδωλό της.

Είχε όλα όσα θα χρειάζονταν για να νιώθει υπερήφανη για την ηλικία της και ικανοποιημένη από την εικόνα της. Και όμως….. κάτι… Κάτι αδιόρατο την απειλούσε. Κοίταξε το περίγραμμα του προσώπου της που είχε αρχίσει να χαλαρώνει και ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος.

Τελικά μήπως ήταν λάθος της που τόσα χρόνια απέρριπτε επιδεικτικά την χρήση προϊόντων ομορφιάς; Μήπως το πρόσωπό της θα έδειχνε πιο νεανικό αν είχε τη βοήθεια μιας κρέμας ημέρας; Βέβαια, και μια κρέμα νύχτας κακό δεν θα έκανε…  Και τα μαλλιά της τώρα που τα παρατηρούσε, μια θαμπάδα την είχανε… που είναι οι απαλές και όμορφες μπούκλες που είχε κάποτε;

Μέσα από το παγωμένο γυαλί, κοίταξε τον νεαρό άνδρα που κοιμόταν στο κρεβάτι τους. Και εδώ η μοίρα της είχε παίξει ύπουλο παιχνίδι. Δύο πράγματα μόνο θεωρούσε απαγορευμένα στις σχέσεις.

Το ένα ήταν η σχέση με μικρότερο άνδρα. Και ήρθε η στιγμή που αυτή, η υπεράνω και τυπική, έφτασε να λατρεύει, να υπακούει και να παραδίδει πλήρως τον εαυτό της στα χέρια ενός νεώτερου άνδρα. Παράπονο δεν είχε βέβαια. Είχε σταθεί τυχερή.

Ο άνδρας της την λάτρευε και η συμπεριφορά του απέναντί της ήταν τέτοια σαν σε βασίλισσα. Παρόλη όμως τη λατρεία, παρόλο που ποτέ δεν της είχε δώσει το δικαίωμα να νιώσει απειλή από άλλη γυναίκα, η ανασφάλειά της όλο και μεγάλωνε μέρα με την ημέρα.

Το δέρμα της δεν ήταν πλέον σφριγηλό, το σώμα της βάραινε μήνα με τον μήνα. Και εκείνος, τόσο όμορφος και τόσο νέος…. Τι θα συνέβαινε αν κάποια στιγμή κάποια πιο νέα, πιο όμορφη… Το βλέμμα της χαμήλωσε και ήρθε και στάθηκε ακριβώς απέναντί της. Στα μάτια της.

Εκεί μέσα είδε το κορίτσι των δεκαπέντε ετών να της βγάζει περιφρονητικά τη γλώσσα. «Ποια είσαι εσύ;» τη ρώτησε η αυθάδης νεαρά «πως κατάντησες έτσι; Έτσι σε φανταζόμουνα εγώ; Πού είναι η υπερηφάνεια σου; Που είναι η αξιοπρέπεια;

Εγώ σου έλεγα πως σημασία έχει ο μέσα κόσμος σου. Ονειρευόμουν για εσένα να σε θαυμάζουν και να σε σέβονται για τις γνώσεις σου και για τον χαρακτήρα σου. Και τα πήγαινες μια χαρά, μέχρι τώρα. Γιατί τώρα πέφτεις στην παγίδα; Γιατί δίνεις τόση σημασία στο φθαρτό κομμάτι του εαυτού σου; Πως με κατάντησες έτσι…»

Ξαφνικά ένιωσε τα χέρια του αγαπημένου της να αγκαλιάζουν τους ώμους της. Γύρισε και τον κοίταξε σαστισμένη. «Πόσες φορές σου έχω πει ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ αν δεν είσαι στην αγκαλιά μου;» τη ρώτησε και εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα σαν σκανταλιάρικο κουτάβι που μόλις λέρωσε το χαλί.

Εκείνος ανασήκωσε απαλά το κεφάλι της και την φίλησε στο μέτωπο. «Δε σε αδικώ που προτιμάς να κοιτάς εσένα από ότι ένα κοιμισμένο μαντράχαλο! Είμαι τόσο τυχερός, γιατί έχω την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου» είπε και κοιτάχτηκαν μέσα από τον καθρέπτη. Εκείνη χαμογέλασε θλιμμένα και του είπε «Μα τι λες… κοίταξέ μας… κοίταξέ με… Είναι αυτή που κοιτάς η μορφή της πιο όμορφης στον κόσμο;»

Εκείνος γύρισε το σκαμπό και γονάτισε μπροστά της. «Ναι, είναι αυτή που κοιτάω η πιο όμορφη του κόσμου…. εδώ..» είπε αγγίζοντας το πρόσωπό της « και εδώ» δείχνοντας το μυαλό της « και φυσικά εδώ» είπε ακουμπώντας το χέρι του στο σημείο της καρδιάς της. Εκείνη χαμογέλασε γλυκά και πριν προλάβει να πει κάτι, ένιωσε τα χέρια του να την αρπάζουν να την πετάνε στο κρεβάτι και με την τρέλα της νιότης του να την γαργαλάει μέχρι δακρύων.

Λίγο αργότερα, κρατώντας την σφιχτά στην αγκαλιά του της ψιθύριζε ένα μισοκοιμισμένο «Σ’αγαπώ» και εκείνη, λίγο πριν αποκοιμηθεί, σαν να είδε την δεκαπεντάχρονη να της κλείνει το μάτι χαμογελώντας υπερήφανα!

 

 

Τι είπαμε ότι είναι ο ρατσισμός μαμά;


Ωραιότατο αυτό το Σάββατο, από το πρωί!! Λίγα σύννεφα στον ουρανό ίσα που να θυμίζουν ότι μπήκε το φθινόπωρο και ένα ελαφρύ αεράκι που ανάγκαζε τις νοικοκυρές να βγάλουν και πάλι στην επιφάνεια τις καταχωνιασμένες εδώ και μήνες ζακέτες.

Η μνήμη έχει κοντά ποδάρια…..!

Παρόλο που τα σύννεφα δεν κουβάλαγαν βροχή στα σπλάχνα τους, η παγωνιά ήταν τσουχτερή και ο ήλιος μάταια προσπαθούσε να βρει ένα άνοιγμα, μια ευκαιρία να ζεστάνει λίγο  τους θνητούς. Η καλύτερη ευκαιρία για το μπαρμπά Μανώλη να κάμει βεγγέρα στον παιδικό του φίλο, τον Κωστή. Εκεί γύρω στην έκτη δεκαετία της ζωής τους και οι δύο αλλά καλοστεκούμενοι και γεροί σαν τις ελιές που κάθε χρόνο τους χάριζαν το χρυσοπράσινο νέκταρ.

Έσπρωξε την πόρτα του σπιτιού, και βρήκε τον Κωστή, αγκαλιά με την εγγόνα του, μπροστά στην πυροστιά, να της δείχνει το άλμπουμ με τις φωτογραφίες της οικογένειας και να της καθαρίζει ζεστά κάστανα. Μόλις ο κύρης είδε το μουσαφίρη,  έβαλε την μικρούλα στο ντιβάνι και τράβηξε μια καρέκλα κοντά του . Αφού είπαν τα βασικά, η κουβέντα μεταφέρθηκε στο επίκαιρο θέμα της εποχής, κάθε τέτοιας εποχής, το μάζεμα των ελιών.

«Και τσί’κλεισες για ούλη την περίοδο ή θα πχαίνεις κάθε μέρα στη χώρα να μαζεύεις καινούργιους», ρώτησε ο μπαρμπά Μανώλης τον νοικοκύρη. Αναφέρονταν στους εργάτες. Στους εδώ και πολλά χρόνια αλλοδαπούς εργάτες. «Ήντα να τσι κλείσω; Για να μου αρχινίξουνε τσι απαιτήσεις. Όϊ μπρε Μανώλη, τσι παίρνω με τη μέρα, τονέ δίδω τριάντα ευρώ μεροκάματο και το φαϊντονε. Ανέ είναι καλοί τσι παίρνω και την αυριανή και απέ…πράμα. Απής τώρα, μονάχα ο Ρουμάνος ο Γκόραν έχει βγει καλός. Δουλεύγει σαν το σκυλί και δεν λέει και πολλά πολλά να με ζαλίζει.»  «Τριάντα ευρώ και σου δουλεύγουνε από το ξημέρωμα μέχρι να πέσει ο ήλιος; Μώρε εσύ είσαι καλός. Ο Γιάννης απέναντι τονέ δίδει πενήντα την ημέρα και τονέ βάνει και ΙΚΑ» απάντησε ο καλεσμένος και η μασέλα του άλεσε το μαλακό κάστανο. Οι τρίχες στο σβέρκο του μπαρμπα Κωστή ανασηκωθήκανε από την ταραχή «Ήντα λες μωρε; ΙΚΑ; Όϊ δα που θα ντονε βάνω και ΙΚΑ. Ντα δε φτάνει απού μαζεύουνε τα λεφτά μας και απέ κάθε βδομάδα τα στέλνουνε στα χωριά ντονε; Έεις πάει μωρέ Μανώλη καμιάν ημέρα εκειά απού κάνουνε συνάλλαγμα να δεις λεφτά απού φεύγουνε από την Ελλάδα για Αλβανίες, Βουλγαρίες, Ρουμανίες κτλ; Εκατομμύρια ευρώ κάθε μήνα. Ανέ μένανε ούλα τούτανε τα λεφτά επαέ, μούδε ανεργία θαν’είχαμε, μούδε «έλλειμμα» στην οικονομία, μούδε πράμα. Αλλά, ας όψονται αυτοί απού μας εκυβερνάνε τοσανά χρόνια.»

Είχε αρχίσει να βρέχει. Μια βροχή γλυκιά και καλοσυνάτη, ευλογία για τη γη. Ο νοικοκύρης σηκώθηκε και σίμωσε στο παραθύρι. Μέριασε την κουρτίνα και κοίταξε πέρα στην άκρη του λιόφυτου, εκεί που οι τρείς αλλοδαποί άνδρες χτύπαγαν τα κλαδιά του δένδρου. Ήθελε να σιγουρευτεί πως δεν θα βρίσκανε δικαιολογία για να σταματήσουν τη δουλειά. Ο καρπός έπρεπε να μαζευτεί γρήγορα. Όσο πιο γρήγορα τελείωνε η συγκομιδή, τόσο λιγότερο θα του κόστιζε. Και με τις τιμές του λαδιού τα τελευταία χρόνια…. Έπρεπε να μειώσει τα έξοδα κατά το δυνατό. «Μώρε δε τζι λυπάσαι. Πες τονε να έρθουνε μέσα. Βρέχει μωρέ αθεόφοβε.» είπε γελώντας ο μουσαφίρης και ο νοικοκύρης, ατάραχος απάντησε μισο-σοβαρά μισοαστεία «Τα κουμάντα σου στο δικό σου μετόχι μπαρμπα- Μανώλη. Επαέ εγώ κάνω κουμάντο. Και απέ για τη βροχή, κάνει καλό και στον καρπό, τονέ καθαρίζει. Θα έχει και λιγότερες γραμμές το λάδι».

Η μικρή με τις κατάμαυρες μπούκλες και τα φωτεινά καστανά μάτια, είχε σηκωθεί από το ντιβάνι, και τρίφτηκε σαν γατάκι στα πόδια του παππού της. Κράταγε το παλιό φθαρμένο άλμπουμ στα χεράκια της και με το πηγουνάκι της  έδειχνε μια κιτρινισμένη φωτογραφία ενός νεαρού άνδρα με παλλευκο δέρμα και περιποιημένο μουστάκι. « Ποιος είναι αυτός  παππούλη;» ρώτησε η πεντάχρονη. Ο ηλικιωμένος άνδρας, πατέρας του πατέρα της, έσφιξε τα χείλη του και χαϊδεύοντας τρυφερά με τα χοντροκομμένα του δάκτυλα το κεφαλάκι της , της αποκρίθηκε. «Τούτος ες κοκόνα μου, είναι ο μπάρμπας  μου ο Κωστής. Όντεν ήτονε κοπέλι είκοσι χρονώ, επήρε το καράβι και επήγε μακρυά, σε άλλη χώρα. Έζησε εκειά  ούλη του τη ζήση. Οικογένεια δεν έκαμε, μονάχα εδούλευε ολημερίς για να στέλνει κάθε μήνα το τσεκ στη μάνα ντου. Με τα λεφτά απού’στειλε επαντρεφτήκενε οι γι’αδερφές ντου, μια απ’αυτές ήτονε και η μάνα μου, και εσώθηκένε από την πείνα η φαμέλια του. Κι εμένα για το χατήρι του με βγάλανε Κωστή. Μιας που δεν είχε δικά ντου κοπέλια για να ακούσει το όνομά του απ’αυτά. Ούλα τούτα απού βλέπεις κοπελιά μου, σπίθια, λιόφυτα, ούλα τούτα με τα δικά ντου τα λεφτά εγινήκανε. Ας αναπαύει ο θεός την ψυχή του.»

Η μικρούλα τον κοίταξε στα μάτια και με την παιδική της αθωότητα τον ρώτησε: «Είμασταν φτωχοί τότε παππού;» , «Φτωχοί δε λές τίποτα κοκόνα μου» αποκρίθηκε εκείνος «Φαϊ να φάνε δεν είχανε! Ανέ δεν ήτονε τούτος ες ο άνθρωπος να θυσιαστεί  ωσάν τον Χριστό για εμάς, οι πλειά πολλοί θαν’είχανε ποθάνει και εμείς μπορεί και να μην είχαμε  γεννηθεί, μούδε εγώ, μούδε εσύ! Ας είναι καλά τα λεφτά απού έστελνε από τα ξένα. Τούτανέ εσώσανε τη φαμελιά μας» Τα μάτια της μικρής λάμψανε και ευχαριστημένη που είχε καταλάβει τον παππού της είπε περήφανα: «Α! Σαν τον Γκόραν ε; Και αυτός έτσι κάνει. Τον άκουσα το πρωί που έλεγε στον άλλο κύριο ότι η δουλεία είναι δύσκολη αλλά έχει ανάγκη τα λεφτά, για αυτό δουλεύει για εμάς, και ότι αν δεν έστελνε λεφτά στην πατρίδα του, η οικογένειά του θα πέθαινε από την πείνα. Οπότε ο Γκόραν κάνει ότι έκανε και ο θείος Κωστής παππού..ε;»

Ο γέρος χαμήλωσε το βλέμμα, για λίγο τα δάκτυλά του χάιδεψαν νευρικά το άσπρο του μουστάκι και ψιθύρισε «Έτσι κοπελιά μου. Άμε τώρα να φωνάξεις τσ’εργάτες, πες τονε, ο παππούς λέει να έρθετε μέσα γιάντα έπιασε βροχή……»

Σαν παιδί ήταν τόσο διαφορετικό από τα άλλα.

Υπέφερε όταν έβλεπε κάποιον ή κάτι να βασανίζεται. Όταν τα καλοκαιρινά απογεύματα οι συνομήλικοι της, κυνηγούσαν τζιτζίκια για να τους κόψουν τα φτερά, αυτή τα τρόμαζε γα να φύγουν μακριά και να σωθούν από την άκαρδη μοίρα που τους επιφύλασσε η σκληρή παιδική αθωότητα.

Η Μάνα

 

Έστεκε η Μάνα με το βλέμμα στραμμένο στην Δύση, λες και κοιτούσε τον ήλιο. Μα μόνο εκείνη ήξερε πως μέσα στον φωτεινό δίσκο, έβλεπε το πρόσωπο που πιο πολύ αγαπούσε στη ζωή της, και που είχε τόσον καιρό να σφίξει στην αγκαλιά της…

Χριστούγεννα

Για ακόμη μία φορά. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι όπως τις άλλες. Αυτή τη φορά δεν θα φορέσει τα καλά του. Δεν υπάρχει στολισμένο δένδρο στο σαλόνι. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει καν σαλόνι. Ένα μικρό δωμάτιο υπάρχει μόνο και στη γωνία η τουαλέτα πίσω από τον τοίχο τον πρόχειρα φτιαγμένο από γυψοσανίδα.